Γράφει η *Μαίρη Μάκρα
(15η συνέχεια)
(Σύνδεση με το θέμα:Οι αντάρτες έπιασαν τα βουνά. Ο στρατός τούς κυνηγάει. Αλλοίμονο σ’ όποιον βρεθεί ανάμεσά τους κι άθελά του μιλήσει στους «από δω» ή στους «από κει». Αγρίεψε ο τόπος. Φοβάσαι τον γείτονα. Άδειασε η γη, το βουνό, το χωριό. Γέμισε η πολιτεία. Χρειάζεστε εργάτες για τις ελιές; Εδώ είμαστε εμείς, που κατεβήκαμε από τα χωριά μας. Εσείς πληρώνετε, κι εμείς έχουμε ανάγκη το μεροκάματο. Ώσπου να δούμε τι θ’ αποφασίσουν οι «από δω» και οι «από κει», που τώρα έχουν άλλα στο νου τους… να αλληλοσφάζονται.”…)
***
«Δεν ήξερα ότι το Μετόχι το λένε και Κύμη», απορώ εγώ.
«Όχι, δεν κατάλαβες. Η Κύμη είναι μια μικρή πόλη κοντά στο Μετόχι, και τώρα οι πιο πολλοί Μετοχιάτες μένουν σ’ αυτήν».
«Στην Κύμη;»
«Ναι, στην Κύμη που έχει πολλά σύκα, μπακλαβάδες και γυναίκες χαρούμενες. Οι πιο πολλοί άντρες είναι ναυτικοί και ταξιδεύουν με τα καράβια. Είναι καλοί άνθρωποι και καλοί νοικοκύρηδες».
Εξιστορούσε η μαμά και το λεωφορείο μας ταξίδευε. Ο δρόμος ήταν μακρύς, και στα χωράφια που έβλεπα από το παράθυρο δούλευαν πολλοί εργάτες θεριστές. Τα κίτρινα στάχυα, γεμάτα καρπό. Ο ήλιος να καίει, κι η λαχτάρα μου μεγάλη να φτάσουμε επιτέλους στον καινούργιο μας προορισμό. Να ξαναδώ τη Μένια μας. Παντού η Μένια μας!
Σε κάθε χωριό που προσπερνούσαμε με το λεωφορείο, νόμιζα ότι την έβλεπα και φώναζα στη μαμά:
«Νά τη! Την είδες; Εκείνη με τις ξανθές κοτσίδες! Κοίτα κι εσύ, μαμά. Θα τη χάσουμε έτσι που τρέχει το λεωφορείο!»
«Δεν ήταν η Μένια αυτή που είδες. Έχουμε δρόμο ακόμα μπροστά μας», με ησύχαζε η μαμά και συνέχιζε να μιλάει, μα ήταν σαν να μιλούσε μόνη της… «Κι ύστερα, να σου πω κάτι; Η Μένια δεν έχει κοτσίδες πια. Έχει μακριά, ξανθά μαλλιά, που τα χτενίζει σε κότσο. Έχει όμορφο πρόσωπο, ολόλευκα χέρια και φοράει φαρδιές φούστες. Σφίγγει τη μέση της με ζώνη, φοράει δαντελένιο γιακά και μαθαίνει την τέχνη της μοδίστρας».
Όλες οι αδελφές είναι όμορφες και στη γειτονιά τις φτύνουν για να μη τις ματιάσουν.
«Φτου σας, καλέ, να μη βασκαθείτε! Τι όμορφο σόι που είσαστε! Θειά-Παντελήνα, τι τις ταΐζεις και είναι τόσο όμορφες;» ρωτούσαν οι γυναίκες στη γειτονιά της Κύμης.
«Μπομπότα, τυρί και άγρια ραδίκια», θα απαντούσε η γιαγιά, αλλά δεν της άρεσε να μιλάει πολύ. Μόνο χαμογελούσε.
Κοίτα να δεις που τώρα, από τη μια μέρα στην άλλη, γίναμε κάτοικοι της Κύμης. Όταν βραδιάζει, τραγουδάμε. Βάζουμε το γραμμόφωνο και χορεύουμε. Μαζεύεται όλη η γειτονιά, ακόμα και η Αγγελίνα, που δεν πηγαίνει πια σχολείο. Μένει κι αυτή στην Κύμη. Μεγάλωσε και μαθαίνει χορό μαζί με τη Μένια μας. Με μαθαίνουν κι εμένα χασάπικο.
Αυτό δεν έγινε μόλις φτάσαμε στην Κύμη. Δεν αρχίσαμε αμέσως τον χορό. Καθίσαμε γύρω-γύρω στο τραπέζι και κοιταζόμασταν. Ήμασταν πάλι μαζί! Μαζί; Τι κύκλος ήταν κι αυτός που κάναμε πάνω στη γη! Γύρω-γύρω. Μακριά-μακριά. Και τώρα σμίξαμε πάλι. Η Φαίδρα, η Αργύρω, η Μένια. Στο μέσα δωμάτιο ο Θανάσης. Η γιαγιά να πηγαινοέρχεται στο χωριό, και ο παππούς επίσης.
Η Φαίδρα μας υφαίνει στον αργαλειό. Θέλει να παντρευτεί με άντρα Κυμαίο. Είναι, λέει, καλοί νοικοκύρηδες. Αγαπούν τις γυναίκες τους. Το έχει αποφασίσει, μα μέχρι να έρθει εκείνη η ώρα, δουλεύει. Και πού υπάρχουν δουλειές; Ναι, σωστά. Οι καιροί, όπως είπαμε, είναι δύσκολοι. Όμως υπάρχουν οι ελιές, που γεμίζουν με καρπούς και για να μαζευτούν χρειάζονται εργάτες και χέρια πολλά.
Οι αντάρτες έπιασαν τα βουνά. Ο στρατός τούς κυνηγάει. Αλλοίμονο σ’ όποιον βρεθεί ανάμεσά τους κι άθελά του μιλήσει στους «από δω» ή στους «από κει». Αγρίεψε ο τόπος. Φοβάσαι τον γείτονα. Άδειασε η γη, το βουνό, το χωριό. Γέμισε η πολιτεία. Χρειάζεστε εργάτες για τις ελιές; Εδώ είμαστε εμείς, που κατεβήκαμε από τα χωριά μας. Εσείς πληρώνετε, κι εμείς έχουμε ανάγκη το μεροκάματο. Ώσπου να δούμε τι θ’ αποφασίσουν οι «από δω» και οι «από κει», που τώρα έχουν άλλα στο νου τους… να αλληλοσφάζονται.
Άμα τελειώσουν μ’ αυτό, θα κουβεντιάσουμε και για τα χωράφια, που έμειναν χέρσα και γέμισαν αγκάθια.
«Θα δουλέψω κι εγώ στις ελιές», είπε η μαμά μόλις φτάσαμε στην Κύμη.
«Ποτέ! Εσύ, ποτέ! Και ούτε να το ξαναπείς. Δε θα γίνει η καρδιά του Τσώνη να σε βλέπει εργάτρια. Θα καθίσεις στο σπίτι και θα περιμένεις τον άντρα σου. Θα μαγειρεύεις για μας, που θα δουλεύουμε».
Αυτά είπε η Φαίδρα κι έσκυψε εκείνη κάτω από τις ελιές και γονάτισε για να μας ταΐσει. Κι όταν της χάλασα το στημόνι στον αργαλειό, δε με μάλωσε.
«Η Μάρω μου θέλει να γίνει υφάντρα;» μου ψιθύρισε μόνο κοντά στ’ αυτί και με πήρε αγκαλιά. Πώς το κατάλαβε;
Ναι, ήθελα να υφάνω, και μπέρδεψα τη σαΐτα με τις κλωστές. Η Φαίδρα κάθισε δίπλα μου και μου έδειξε πώς να το κάνω σωστά. Μου ξαναέδειξε, μου ξαναέδειξε, μέχρι που έμαθα να πατάω σωστά τις πατήθρες, να περνάω τη σαΐτα και να χτυπάω το χτένι — δυο φορές, γερά — για να σφίγγει το πανί που σιγά-σιγά σχηματιζόταν.
Αφού το έμαθα, άφησα τον αργαλειό στην ησυχία του. Κοίταζα μόνο τη Φαίδρα που ύφαινε, κοίταζα τα γαλανά της μάτια, που ποτέ δεν θύμωναν. Κι ήμουν η Μάρω της.
Τι άλλο να ήθελα; Α, ναι! Ήθελα ν’ ανεβαίνω στα ψηλά δέντρα. Να σκαρφαλώνω στη συκιά και στη νεραντζιά. Στέκονταν κοντά-κοντά, στην άκρη του κήπου, μπροστά απ’ το σπίτι μας. Ανέβαινα πρώτα στον κορμό της νεραντζιάς, σκαρφάλωνα στα κλωνάρια της κι από ‘κεί περνούσα στη συκιά. Έκανα τον γύρο της από κλωνάρι σε κλωνάρι κι από το πλαϊνό, το πιο μακρύ, κατέβαινα κάτω στη γη. Όχι απ’ τον κορμό. Αυτό ήταν εύκολο.
Να κατεβαίνεις από το κλωνάρι, που λυγίζει μαζί σου σιγά-σιγά, με τον φόβο μήπως σπάσει και να πατάς στη γη! Αυτό ήταν περιπέτεια. Να μη φοβάσαι. Και να περνάς τους δρόμους της Κύμης καβάλα στον Κίτσο μας. Τον Κίτσο μας, που τον ξαναβρήκα.
Πώς έγινε αυτό; Ήρθε κι αυτός στην Κύμη; Μόλις τον είδα, κρεμάστηκα στον γερό λαιμό του για να τον αγκαλιάσω, και φίλησα τα μάτια του -τα μεγάλα του μάτια- που με κοίταζαν, που με αναγνώριζαν, που με καλωσόριζαν.
Ανέβηκα στο σαμάρι του, κράτησα μόνη μου το καπίστρι, και περάσαμε μέσα από τους δρόμους της Κύμης. Δίπλα μας, κοντά στον Κίτσο, περπατούσε η Αργύρω. «Τον έχει επιτάξει ο στρατός», μου είπε.
Καινούργια λέξη κι αυτή, που είχε να κάνει με τον στρατό κι έτσι δεν ήταν ανάγκη να ρωτήσω για τη σημασία της. Είχε σίγουρα σχέση με τους αντάρτες, με τους δύσκολους καιρούς… με τον εμφύλιο.
«Εμφύλιος είναι όταν σκοτώνονται μεταξύ τους οι άνθρωποι του ίδιου τόπου», μου εξήγησε ο Θανάσης. Κι έπειτα συμπλήρωσε: «Οι Έλληνες μεταξύ τους, ας πούμε. Κατάλαβες;»
Άσε, Θανάση μου… Ας μην το συζητάμε καλύτερα. Ας φωνάξουμε τον μπάρμπα-Κωσταντή να του ψήσουμε έναν καφέ, και να σε ρωτήσει πάλι: «Θανάση, παιδί μου, είναι ακόμα βασιλιάς της Αμερικής ο Τζώρτζ Ουάσινγκτον;»
«Τι λες, μπάρμπα; Ο Τζώρτζ Ουάσινγκτον δεν ήταν ποτέ βασιλιάς», ξανάλεγε ο Θανάσης.
«Τι λες, μωρέ, που θα μου μάθεις εμένα γράμματα! Ήταν, κι απ’ τους πρώτους!» Υποστήριζε κάθε μέρα τη γνώμη του ο μπάρμπα-Κωσταντής.
Ο μπάρμπα-Κωσταντής, με τα άσπρα του μαλλιά και τα ογδόντα του χρόνια, ήταν πάντα εκεί…
«Κλείστε το, μωρέ, το καταραμένο! Θα το σπάσω και θα το κάνω παχνί για το γαϊδούρι μου αν δεν το σβήσετε!»
Φώναζε έτσι για το γραμμόφωνο, που έπαιζε στη διαπασών και του ζάλιζε το κεφάλι.
Άστους κι εσύ, μπάρμπα-Κωσταντή! Είναι οι φίλοι μας και μαζεύονται κάθε μέρα στο σπίτι. Θα βάλουν πάλι ρεφενέ και θ’ αγοράσουν πάστες. Κι εμένα μου αρέσουν πολύ… και οι σοκολατίνες και οι πάστες αμυγδάλου. Όλο και κάποια θα έχουν και για μένα. Μου τη δίνουν τυλιγμένη σε χαρτί, και μετά χορεύουν. Με παίρνουν μαζί τους και με μαθαίνουν ταγκό.
Το να τους γνωρίζεις όλους με τα μικρά τους ονόματα. Να ξέρεις πού μένουν. Να σου χαμογελούν όλοι στον δρόμο. Να είναι όλοι φίλοι σου – φίλοι σου, αληθινοί! Τι σημαίνει αυτό; Πως όλη η γειτονιά είναι σαν το σπίτι σου.
Ένα μεγάλο σπίτι, που περπατάς ξυπόλυτη στα σοκάκια, όπως και τ’ άλλα παιδιά.
Μα τι πράγματα είναι αυτά που ζω; Και το Λουλουδάκι μου είναι εδώ; Και η Ευγενία; Και η Λουλού, που χορεύει το τσάμικο όπως της το είχε μάθει ο πατέρας μου; «Πόσο αγαπώ τον πατέρα σου! Ήταν ο δάσκαλός μου στο Μετόχι», μου λέει κάθε φορά που με βλέπει.
Κι ο Βασίλης, ο αδερφός της, τον είχε δάσκαλο, όπως και ο Μήτσος, και ο Γιάννης της Μαριγούλας.
Μα πώς έγινε αυτό και μαζεύτηκε όλο το Μετόχι στην Κύμη, και μάλιστα στην ίδια γειτονιά;
Για να είμαστε όλοι μαζί και να μη φοβόμαστε; Καλά λοιπόν, πολύ καλά. Θα περιμένουμε όλοι μαζί τον πατέρα.
«Και πώς θα σε δει σ’ αυτά τα χάλια ο πατέρας σου;» μου λέει η Μένια και συνεχίζει, δήθεν θυμωμένη που δεν τρώω με όρεξη: «Τα μάγουλά σου μπήκαν μέσα. Πετσί και κόκαλο έγινες, επειδή δεν τρως!»
«Καλά κάνει και δεν τρώει. Έτσι μοιάζει με τη Μάρλεν Ντήτριχ», της αντιμιλά ο Θανάσης και με φωνάζει κοντά του.
«Έλα δω, Μάρλεν, και στάσου μπροστά στην πόρτα. Θα φυλάς σκοπιά, όσο αλλάζω ρούχα. Να μην αφήσεις κανέναν να μπει. “Αλλάζει ο Βαν Φλητ”, θα λες!»
Περιμένω μπροστά στην πόρτα με το μπαστούνι του στον ώμο. Έτσι κάνουν οι στρατιώτες στη σκοπιά. Και γιατί γελάει η Μένια; Έτσι είναι το σωστό. Σκοπός χωρίς όπλο; Πού το είδε αυτή;
Κι όταν είσαι η Μάρλεν Ντήτριχ, είναι τιμή του Βαν Φλητ που του φυλάς την πόρτα!
Τι κι αν είναι στρατηγός — όπως μας λέει ο Θανάσης — με πολλά γαλόνια; Και τι έγινε που έχει γαλόνια; Δεν μου αρέσουν. Τα ξανθά μου μαλλιά όμως, μου αρέσουν.
Η μαμά τα τραβάει σφιχτά-σφιχτά, τα δένει ψηλά με κορδέλα. Από το πολύ σφίξιμο με πονάει το κεφάλι. Καλύτερα να χτενίζομαι μόνη μου. Το αποφάσισα: θα τα κάνω «κατσαρές σκάλες» μπροστά, όπως η Μένια. Και τα μάγουλά μου θα τα φουσκώνω λίγο, για να μη φαίνομαι «πετσί και κόκαλο», όπως μου λέει και η μαμά τώρα.
«Αφήστε το παιδί ήσυχο! Το τρελάνατε με το γάλα σας! Έλα δω, Μάρω μου, κάτσε κοντά μου.»
Αυτή που αποφασίζει τώρα είναι η γιαγιά μου. Ο σωτήρας μου! Ήρθε πάλι από το χωριό και σώθηκα. Κάθομαι στο πλευρό της και τρώω με όρεξη ψωμί με ελιές.
Μου αλείφει το φρυγανισμένο ψωμί με λάδι και μου τηγανίζει μπομποτάκια.
– Είναι πρωί και πρέπει να πιει το γάλα της, επεμβαίνει η μαμά.
Κι ύστερα; Ποιος το έγραψε ότι το πρωί πίνουμε, ντε και καλά, γάλα;
– Δώστε του παιδιού να φάει ό,τι τραβάει η όρεξή του!
Η γιαγιά μου, η Παντελήνα, δίνει την εντολή. Και ποιος να μην την ακούσει; Ξέρει καλά τι λέει. Γι’ αυτό και την ακούω. Τρώω ό,τι μου αρέσει, χορταίνω κι έχω όρεξη να χοροπηδάω απ’ το πρωί, ν’ ανεβαίνω στη νεραντζιά, αλλά και να πάω μέχρι την πλατεία, ν’ αγοράσω εφημερίδα για τον Θανάση. Είναι λίγο μακριά, αλλά δεν πειράζει. Εκεί, σε κάποιο ταβερνάκι, θα βρω τον παππού τον Παντελή.
– Παππού, μου χρωστάς ένα τάληρο. Του το θυμίζω γιατί, εδώ κι έναν μήνα, μου το έχει υποσχεθεί.
– Βρε, τι έπαθα με τον κακό χρεοφειλέτη! μου απαντά χαμογελώντας κάτω απ’ τα μουστάκια του και προσθέτει – Έλα τώρα μέσα στο μαγαζί να σε κεράσω μεζέ.
Μου δίνει κοκορέτσι και σπληνάντερο. Πίνει το κρασάκι του και ξεχνάει το τάληρο. Μου το έχει τάξει εδώ και ένα μήνα. Αφού μου το έταξε, μου το χρωστάει… Έτσι δεν είναι; Δεν θυμάμαι αν μου το έδωσε ποτέ, αλλά μου μαγείρεψε. Ήθελε, δηλαδή, να μαγειρέψει για μένα ένα μεσημέρι και με φώναξε κοντά του.
– Άκου, καλό μου, σήμερα θα σου μαγειρέψω εγώ, μου είπε με καμάρι.
Καθάρισε τον μπακαλιάρο, άναψε την γκαζιέρα, έριξε στο τηγάνι πετρέλαιο κι έβαλε μέσα τον μπακαλιάρο.
Σε λίγο, λαμπάδιασε το τηγάνι!
– Βοήθεια, θα καούμε! πετάχτηκε ο Θανάσης απ’ το κρεβάτι του.
Έτρεξε η Αργύρω, έσβησε την γκαζιέρα κι άδειασε το τηγάνι στο σβησμένο τζάκι. Ο παππούς εξαφανίστηκε. Η Αργύρω έπλυνε το τηγάνι και καταπιάστηκε με κάτι αλλαγές στο ντουλάπι με τα τρόφιμα. Έβαλε αλλού το μπουκάλι με το λάδι και πολύ μακριά του, το μπουκάλι με το πετρέλαιο.
– Καλά, δεν του μύρισε το πετρέλαιο μέσα στο μπουκάλι που πήρε στα χέρια του; Το πέρασε για λάδι; ρωτούσε συνέχεια η μητέρα. Αλλά ποιος να μας δώσει απάντηση; Ο παππούς είχε αποκοιμηθεί κάτω απ’ τη συκιά, στον κήπο. Είχε στρώσει μια κουρελού και ροχάλιζε.
Πού το βρήκαν το αστείο και γελούσαν όλοι γύρω μου; Δεν ξέρω.
Και δεν ήθελα να γελούν με τον παππού μου, που κοιμόταν ανάσκελα και φαινόταν η κοιλιά του. Ούτε η Αργύρω, ούτε η Μένια, ούτε ο Θανάσης, ούτε κανένας τους. Και μη θαρρούν πως θα γελάσω κι εγώ μαζί τους! Θα κατέβω στην αυλή και θα τον σκεπάσω με το σεντονάκι του. Κι έτσι έκανα.
Τον σκέπασα κι ύστερα πέρασα από μπροστά τους χωρίς ούτε μια ματιά να τους ρίξω. Έτσι, για να καταλάβουν καλά: ότι δεν τους βλέπω, δεν τους ακούω, δεν υπάρχουν για μένα! Και τα γέλια τους πάνε στον αέρα, όταν γελάνε με τον παππού μου.
Η Αργύρω με σήκωσε στην αγκαλιά της και με φίλησε. Η μαμά με κοίταζε μ’ ένα βλέμμα γεμάτο γλύκα. Ο Θανάσης μού χαμογελούσε. Μα… τι έκανα, και ξαφνικά όλοι με αγαπήσανε τόσο πολύ; Φαίνεται πως, έτσι απλά, χωρίς να κάνω τίποτα, μ’ αγαπάνε.
Ε, τι να πεις; Τυχερό παιδί είμαι. Κι αν υπάρχουν φαντάσματα, εμένα δε με πειράζουν. Κάθονται εκεί, στην κουφάλα του μεγάλου πλατάνου, και περιμένουν. Κάποιος θα περάσει — δεν μπορεί! Δρόμος είναι, στενός και σκοτεινός. Από τη μια πλευρά δέντρα, κι από την άλλη περιβόλια. Τη νύχτα δεν κυκλοφορεί ψυχή. Είναι σκοτεινά πολύ, και τα φαντάσματα παραφυλάνε. Κρύβονται μέσα στην κουφάλα, σε αρπάζουν, σου πίνουν το αίμα και σε κάνουν βρυκόλακα. Όλα τα παιδιά στη γειτονιά τα ξέρουν αυτά.
Κι εσύ, βρε Θανάση — που είσαι φίλος μου και δε σε λέω θείο, γιατί κανέναν δεν λέω θείο, είσαστε πιο δικοί μου κι από θείους — εσύ με στέλνεις, μέσα στη νύχτα, να σου φέρω εφημερίδα από το περίπτερο; Το ξέχασες να με στείλεις όσο ήταν ακόμη μέρα;
«Τι θα πάθει να πάει τώρα ως την πλατεία;» φωνάζει στη γιαγιά, που τον μαλώνει.
Τι να του πω τώρα; Ότι φοβάμαι να περάσω από την κουφάλα τέτοια ώρα; Δεν το ξέρει ότι φοβάμαι; Το ξέρει. Τότε γιατί με στέλνει;
«Άχρηστο παιδί!»
Τι άκουσα; Με είπε «άχρηστο παιδί»; Ο Θανάσης; Δεν θέλω να ακούσω άλλη κουβέντα. Ούτε να πάει η Αργύρω στην πλατεία για μένα. Θα πάω εγώ. Μόνη μου. Και με δικά μου λεφτά. Να μη μου δώσει τα παλιολεφτά του γιατί θα του τα πετάξω στα μούτρα. Όπως του πέταξα και την εφημερίδα που του αγόρασα, χωρίς να του πω πως άδειασα το κουμπαρά μου. Έβγαλα τις δεκαρίτσες, τις μέτρησα μία-μία, τις κράτησα σφιχτά στη χούφτα μου και ξεκίνησα.
Ο δρόμος, μαύρος. Πίσσα. Προχωρούσα σιγά-σιγά, μην ακουστώ από τα στοιχειά της κουφάλας. Έκλεισα τα μάτια μου, πήρα βαθιά αναπνοή και… έβαλα μια τρεχάλα!
Θα με πιάσουν! Όπου να ’ναι, θα με πιάσουν! Τ’ ακούω! Έρχονται! Με άρπαξαν;
Μπροστά μου φώτα! Θεούλη μου, η πλατεία! Στάθηκα λίγο να πάρω ανάσα.
Αγόρασα την εφημερίδα και γύρισα. Από τον ίδιο δρόμο. Μούντζωσα την κουφάλα με τα δυο μου , προχώρησα προς το σπίτι κι ανέβηκα τη σκάλα σφυρίζοντας.
Ο Θανάσης μιλούσε, γελούσε κι έκανε τον ωραίο με τη Σόνια, τη νέα του φιλενάδα.
Του πέταξα την εφημερίδα στο πρόσωπο κι έφυγα. Ούτε στη Σόνια είπα «καλησπέρα». Δεν τη χώνευα. Από τότε που μαζεύτηκε στο σπίτι μας και δεν έλεγε να ξεκολλήσει, ο Θανάσης έγινε για μένα «ο κακός χρεοφειλέτης», όπως λέει κι ο παππούς.
– «Έγραψες; Διάβασες; Πήγαινε να διαβάσεις!», μου λέει συνέχεια.
Μόλις έκανα το λάθος να μπω στο δωμάτιο, έπρεπε αμέσως να ξαναχαθώ για να μείνουν μόνοι με τη Σόνια. Τι μπελάς μας βρήκε! Κι όχι μόνο αυτό… είχαμε και το σχολείο από πάνω! Ξενοιάσαμε για λίγο καιρό απ’ το μαρτύριο, κι ήρθε πάλι Σεπτέμβρης να μας θυμηθεί. Να γραφτούμε, να πάρουμε βιβλία, να φορέσουμε παπούτσια και να αρχίσει το διάβασμα.
Καλά το διάβασμα … άντε, το καταπίνουμε. Αλλά και γράψιμο; Ξανά τα ίδια και τα ίδια; Το 3+3, το 4+4, το 5+5… Και στο άλλο φύλλο η αφαίρεση! Όλα μαζεμένα σε μια μέρα; Δεν χωράνε στο κεφάλι μου, σας το λέω. Θα κάνει ένα “μπαμ” και δεν θα με ξαναβρείτε! Θα κάνει “κραακ” και θα σπάσει!
Κοίτα τώρα, να μιλήσουμε λογικά. “Λογικά”, λέει και η κυρία Μαρία, η δασκάλα μου. Μου αρέσει αυτή η λέξη. Λοιπόν, αν το πάμε λογικά, γιατί δε μ’ αφήνετε να χωνέψω πρώτα το τρία κι ύστερα να περάσω στο τέσσερα; Δεν λέω να μη διαβάζω , αλλά λίγο-λίγο. Να τα καταλάβω πρώτα. Γιατί δεν τα “βλέπω” καθαρά όπως μου τα λέτε εσείς.
Όλα τ’ άλλα μαθήματα είναι σαν να τα βλέπω. Κλείνω τα μάτια μου και μου εμφανίζονται σαν εικόνες. Ακόμα και η Γραμματική! Είναι σαν να ζωντανεύει και μου τα λέει όλα καθαρά. Αλλά αυτή η Αριθμητική… είναι σαν το νερό της βροχής που το μαζεύουμε στο μεγάλο καζάνι. Σκύβω να δω, βλέπω την επιφάνεια. Τι έχει από κάτω; Δεν το πιάνουν τα μάτια μου.
Και πάρτε το απόφαση: Στην αριθμητική θα παίρνω εφταράκι!
-«Εφταράκι πάλι, ε;»
Ο Θανάσης! Ποιος άλλος; Με κοροϊδεύει.
Εμένα με κοροϊδεύει, κι ύστερα γυρνάει το κεφάλι και ξαναμιλάει: — «Μα ναι, ναι… πολύ σωστά! Πόσο δίκιο έχετε! Μα τι λέτε, σας παρακαλώωω!»
Δεν το καταλάβατε; Με τη Σόνια μιλάει. Γι’ αυτό ξαφνικά έγινε κύριος με τρόπους.
Χριστούλη μου, κάνε να μην τ’ ακούω αυτά τα καραγκιοζιλίκια, γιατί με πιάνει ανατριχίλα απ’ την κορφή ως τα νύχια.
Μια μέρα, η Σόνια του έφερε κι ένα κομμάτι μπακλαβά. Τυλιγμένο σε λαδόχαρτο, μεγάλο σαν το κεφάλι της.
«Κοιμάται ο Θανάσης!», της φώναξα από ψηλά, από τη σκάλα.
«Δώσ’ το του όταν ξυπνήσει», μου το πέταξε στα μούτρα και γύρισε την πλάτη.
Το ‘ριξα στη σόμπα.
«Το έστειλα με το ταχυδρομείο!», είπα από μέσα μου και βγήκα έξω να παίξω κουτσό.
Δεν είπα ψέματα, όσο κι αν με κατηγόρησαν άδικα. Η σόμπα ήταν το “Ταχυδρομείο” του Θανάση. Και θα το αποδείξω!
Ο Σταμάτης, που όλοι τον έλεγαν “χαζό”, επειδή γελούσε με ό,τι κι αν του ‘λεγες, αγαπούσε ένα κορίτσι απ’ το Μετόχι. Το είχε δει μόνο μια φορά, από μακριά, αλλά… το αγάπησε. Ήρθε, λοιπόν, στον Θανάση και τον παρακάλεσε να της στείλει ένα γράμμα:
«Φίλε Θανάση… εσύ ξέρεις. Θέλω να μάθει ότι την αγαπώ», του είπε σχεδόν κλαίγοντας.
«Μείνε ήσυχος! Το στέλνω με το ταχυδρομείο», τον καθησύχασε ο Θανάσης.
Κι ύστερα, μόλις έφυγε ο Σταμάτης ευτυχισμένος, άνοιξε τη σόμπα και το ‘ριξε μέσα στη φωτιά.
