13 Απριλίου 2026
Λογοτεχνία

Άγνωστες λέξεις της ζωής

Γράφει η *Μαίρη Μάκρα

26η συνέχεια

(Σύνδεση με το θέμα: Στο χωριό της ευτυχίας οι ώρες δεκαπλασιάζονται. Κι αν προσθέσεις σ΄αυτές τις …συνομιλίες με τον “Καιρό του Βουλγαροκτόνου”, τις ιστορίες του Δουμά και την εξομολόγηση στην Μητέρα Παναγία,ε, όλα αυτά δεν μοιάζουν με την αιωνιότητα; Πώς αλλιώς να μετράμε τον χρόνο;)

ΝΕΑ ΒΙΒΛΙΑ- ΝΕΑ ΠΡΟΤΥΠΑ – ΝΕΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

Πέρασε καιρός. Πέρασε κι ο έρωτας για τον ήρωα Αχιλλέα. Έμεινε όμως το βάρος στην ψυχή μου. Ένα παράξενο, γλυκό βάρος, που μοιάζει με ουρανό φορτωμένο σύννεφα. Το κουβαλούσα μαζί μου. Έπαιζα, διάβαζα, ζούσα!

«Να τρως κιόλας!», μου φώναζε η μητέρα. «Δεν ζει ο άνθρωπος μόνο με τα βιβλία και δίχως φαΐ. Να πάρεις λίγο χρώμα στα μάγουλα!»

Δεν θέλω! Δεν θέλω ούτε το γάλα με την πέτσα του, ούτε το χρώμα στα μάγουλα. Έτσι να είμαι, σαν τη Μαργαρίτα Γκωτιέ. Διάβασα την ιστορία της στα βιβλία του πατέρα κι έτσι γνώρισα τον συγγραφέα Δουμά.

«Δεν έχεις πάλι παιδικό βιβλίο; Τα διάβασες όλα; Αύριο θα πάω στη Χαλκίδα και θα σου φέρω καινούριο.»

Το είπε και το ’κανε ο πατέρας. Την άλλη μέρα, προς το βραδάκι, είχα το νέο μου βιβλίο: Στον καιρό του Βουλγαροκτόνου, της Πηνελόπης Δέλτα! Βιβλίο, συγγραφέας, ιστορία — όλα καινούργια!

«Απόψε θα κοιμηθώ στην αίθουσα», ανακοίνωσα στη μητέρα το ίδιο βράδυ.

«Στρωματσάδα;» απόρησε.

«Ναι, στρωματσάδα.»

«Ε, καλά, δεν πειράζει. Ας κάνει αυτό που θέλει», ταχτοποίησε το ζήτημα ο πατέρας.

Μου έστρωσαν στην αίθουσα του σχολείου. Κάτω από το μαξιλάρι μου έκρυψα τον μεγάλο φακό που είχαμε στο συρτάρι. Περίμενα… περίμενα… Ησυχία παντού. Αποκοιμήθηκαν. Περίμενα λίγο ακόμα κι ύστερα τράβηξα τις κουβέρτες πάνω από το κεφάλι μου, κάθισα σταυροπόδι, άναψα τον φακό και άνοιξα το καινούργιο μου βιβλίο:

«Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου» – Ιστορικό μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα.

Παιδιά μου, φίλοι μου αγαπημένοι, πώς να τ’ αντέξω αυτό το τράνταγμα! Μια ολόκληρη εποχή, με τους πολέμους της, με τις αγάπες της, με τις πίκρες της, με τις σκευωρίες της — κι εγώ να τη ζήσω μέσα σε μία νύχτα; Θα πνιγώ! Διαβάζω, κλαίω, γυρίζω τις σελίδες… Ξημέρωσε! Τελειώνω την τελευταία σελίδα και γέρνω το κεφάλι μου στο μαξιλάρι.

«Μαίρη, ξύπνα! Το γάλα σου είναι έτοιμο!»

Η μητέρα, το πρόβειο γάλα με την πέτσα ένα δάχτυλο, και η καταδίκη μου… Πώς θα γλιτώσω απ’ αυτή την αηδία; Μπορείς να μου πεις, εσύ, Άγιε Κωνσταντίνε μου, που είσαι και γείτονας με την εκκλησία σου τόσο κοντά;

Μου είπε και αμάρτησα!

«Ο διάβολος σου το ’πε κι όχι ο Άγιος. Όλα τα κακά πράγματα ο διάβολος μάς τα βάζει στο μυαλό», με βεβαιώνει η Φώτω.

Και τι έκανα, δηλαδή; Εδώ και καιρό δεν έπινα το γάλα μου. Ε, τι να κάνουμε; Αφού δεν το ήθελα! Μου έφερνε αναγούλα. Έβγαινα στο πλατύσκαλο και το έχυνα στη νυχτολουλουδιά. Μπορεί γι’ αυτό να φούντωσε τόσο πολύ.

Η μητέρα ήταν πολύ χαρούμενη και όλο έλεγε: «Δόξα τω Θεώ! Πίνει το γάλα της! Δε θ’ αρρωστήσει, τόσο αδύνατη που είναι!», και σταυροκοπιόταν.

Οι τύψεις, λένε, σε βασανίζουν τις νύχτες κι όταν γίνουν πολλές, δεν σ’ αφήνουν σε ησυχία ούτε τη μέρα. Ήμουν μια ψεύτρα, μια αμαρτωλή!

Μίλησα με τη Φώτω κι αποφασίσαμε να πηγαίνουμε κάθε μέρα στην εκκλησία και να προσευχόμαστε, για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες μας.

Κάθε απόγευμα, μετά τον Εσπερινό, γονατίζαμε μπροστά στο εικονοστάσι και αρχίζαμε τις προσευχές μας. Μπορεί να γίνουμε και Άγιες, αν συνεχίσουμε με τόση αφοσίωση. Έστω… να γίνουμε καλόγριες!

” Θα γίνω ηγουμένη, επειδή έτσι θα κάνω ό,τι θέλω εγώ στο μοναστήρι!”, ανακοινώνω στη Φώτω.

” Και τι θα κάνεις, δηλαδή;”, απορεί.

” Θ’ ανοίξω ένα μεγάλο σχολείο για φτωχά παιδιά. Θα κάνουμε συνεταιρισμό, θα οργώνουμε τα χωράφια του μοναστηριού και τα παιδιά μου όλα θα μαθαίνουν γράμματα και τέχνες”.

” Θα έρθω κι εγώ!”, αποφασίζει κι εκείνη, μιλώντας σιγά, επειδή έχουμε γονατίσει μπροστά στο εικονοστάσι.

Πρώτα όμως, πρέπει να συγχωρεθούν οι αμαρτίες μας. Προσευχή και μετάνοια, μέχρι να μας πονέσει η ψυχή. Έτσι λένε τα βιβλία με τις ιστορίες των αγίων. Κλείνουμε κι εμείς τα μάτια, σφίγγουμε τα χέρια, σφίγγουμε όλο μας το είναι.

Τίποτα δεν γίνεται. Η ψυχή μας, εκεί, ακλόνητη. Δεν πονάει. «Χύνω το γάλα μου». Αυτό το ομολόγησα. Μα πρέπει να βρω και κάτι άλλο. Κάτι βαρύ, που να φρίξει ο Θεός — κι έτσι να με συγχωρέσει, αφού το μετάνιωσα. Προσπαθώ… προσπαθώ… τίποτα! Δεν βρίσκω μια φοβερή αμαρτία.

Κρυφοκοιτάζω τη φιλενάδα μου. Τα μάτια της έχουν γουρλώσει από την προσπάθεια να βρει κι εκείνη μια φοβερή αμαρτία.

” Δεν βρίσκεις τίποτα;”, τη ρωτάω.

” Δεν… δεν ξέρω… δεν βρίσκω τίποτα…”

«Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών…» κάνουμε τον σταυρό μας, ασπαζόμαστε την εικόνα της Παναγίας μας.

” Παναγία μου, σ’ αγαπάω! Δεν έχω τίποτα άλλο να πω. Θα κόψουμε λουλούδια από τον κήπο και θα σου τα φέρουμε”.

Συμφωνήσαμε με τη Φώτω. Χορτάσαμε από προσευχές. Ύστερα από μία εβδομάδα, σκεφτήκαμε πως… καλά ήταν μέχρι εδώ. Αρκετά! Να μην το παρακάνουμε κιόλας!

25η συνέχεια <———

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!