11 Μαΐου 2026
Λογοτεχνία

Άγνωστες λέξεις της ζωής

Γράφει η *Μαίρη Μάκρα

30η συνέχεια

(Σύνδεση με το θέμα:” Τον Ιούδα τον Ισκαριώτη τον αντάμωσα πολλές φορές στη ζωή μου. Έμοιαζε πάντα της Μαρίνας, με γλυκό πρόσωπο. Με άφηνε πάντα ολομόναχη σε μια άδεια πλατεία, και ο ήλιος έπεφτε και χανόταν το φως του μέσα στο σούρουπο. Και…ναι,μερικές προδοσίες δεν ξεχνιούνται ποτέ, γιατί ήρθαν ντυμένες με καλοσύνη”… Εμείς όμως θα συγκεντρώσουμε τις όμορφες στιγμές και θα χτίσουμε με ομορφιά τη ζωή μας!)

ΕΠΙΛΕΓΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΣΤΙΓΜΕΣ… ΧΤΙΖΟΥΜΕ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΖΩΗ

Ξεπόρτισα! Έτσι το λέει η μαμά. Δεν μαζεύομαι στο σπίτι. Με ταΐζουν τα δέντρα με τα φρούτα τους και οι ρεματιές με τα καβούρια τους. «Ασυδοσία», γράφει η μαμά στον πίνακα με κιμωλία. «Καλοκαίρι», γράφω εγώ από κάτω.

Αν μπερδέψουμε και τώρα τις έννοιες και τα συνώνυμα, θα τρελαθούμε. Προς το παρόν, έχω εγκατασταθεί στις βρύσες με τα μεγάλα πλατάνια. Όταν περνάει κάποια για τα χωράφια της, την ακολουθώ. Όποιος σέρνει γάιδαρο, μ’ ανεβάζει καβάλα και με πάει πάνω στο χωριό. Κι εγώ ξανακατεβαίνω στις βρύσες.

Η Μένια είναι μία από τις πολλές φιλενάδες μου. Παίζουμε πεντόβολα με τις ώρες και η Μένια τραγουδάει:

«Μες στου Ναυπλιού τις φυλακές, ψηλά στο Παλαμήδι, ισόβια έχω δικαστεί κι είν’ η ζωή μου λιγοστή…»

«Ο πατέρας μου είναι πολιτικός κρατούμενος και όλη του τη ζωή θα μείνει στη φυλακή», μου λέει με παράπονο.

Δεν αντέχω το τραγούδι της. Μου φέρνει κλάματα και χάνω στα πεντόβολα. Πάμε, λοιπόν, παρακάτω!

«ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΟΥ ΧΑΡΙΖΟΝΤΑΙ!

Ξέρετε τι είναι ο γυρολόγος; Ο ψιλικατζής; Ο πραματευτής; Όλοι αυτοί μαζεύτηκαν στο χωριό, άπλωσαν την πραμάτεια τους σε πάγκους και περιμένουν τους πελάτες, μια και στο χωριό έχουμε πανηγύρι.

Κι όταν είναι πανηγύρι, χορεύουν οι μεγάλοι κι αγοράζουν καραμούζες τα παιδιά. Τραβάς λαχνό από το σακούλι του πραματευτή και κερδίζεις καραμέλα τσάρλεστον. Ξαναπληρώνεις μια δραχμή και τραβάς άλλο λαχνό. Τι βγαίνει; Μαστίχα Χίου!

Στη δική μας μεγάλη παρέα είναι και ο κύριος αστυνόμος, που είχε γίνει φίλος με τον πατέρα μου. Παραγγείλαμε ψητό αρνί με το κιλό και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια «εις υγείαν!»

«Έλα μαζί μου», μου λέει ο κύριος αστυνόμος, μετά από τις πολλές καραμέλες που είχα κερδίσει. Με κρατάει από το χέρι και πλησιάζουμε τον ψιλικατζή. «Θέλουμε έναν λαχνό για τη μικρή μου φίλη. Και πρόσεξε καλά τι θα γράφει!», τον κοιτάζει αυστηρά και του κουνάει το δάχτυλο μπροστά στη μύτη του.

Ο ψιλικατζής βουτάει το χέρι του στο σακουλάκι, βγάζει λαχνό και διαλαλεί: «Πω πω πω! Τι κερδίζουν τα παιδιά σήμερα! Μία εικόνα του Χριστού για τον κύριο αστυνόμο και την τυχερή μικρή του φίλη!»

Δεν μπορεί να την κέρδισα! Κρατάω μια όμορφη εικόνα, όλο χρώματα… «Ο Χριστός στο Όρος των Ελαιών». Είναι δική μου; Μου αρέσει πολύ.

Επιστρέφουμε στο τραπέζι μας και η παρέα μας χειροκροτεί φωνάζοντας: «Μπράβο στους τυχερούς!»

«Στην εξουσία δεν λέει ποτέ όχι η τύχη!» καμαρώνει ο κύριος αστυνόμος.

Το βλέμμα του, το σκυμμένο κεφάλι του ψιλικατζή, και το χαρτάκι με τον λαχνό, κλειστό στο χέρι του, έρχονται σαν εικόνα μπροστά μου. Κλειστός ο λαχνός! Δεν τον άνοιξε! Τα βλέπω όλα ολοκάθαρα μπροστά μου.

Όχι, κυρ-αστυνόμε. Τις χάρες σου δεν τις χρειάζομαι. Θα κερδίζω. Δεν θα μου χαρίζεις.

Αφήνω την εικόνα στην καρέκλα μου και φεύγω.

«Δεν σου αρέσει; Είναι δική σου!» φωνάζει πίσω από την πλάτη μου.

Η φωνή του μπερδεύτηκε με τα βιολιά. Την σκέπασε τελικά το κλαρίνο. Χόρεψα με τις φιλενάδες μου ως τα μεσάνυχτα.

«Ο ΙΟΥΔΑΣ ΕΙΧΕ ΓΛΥΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ»

Ετούτο το καλοκαίρι δεν θα τελειώσει ποτέ. Είδες που λένε για την αιωνιότητα; Ε, αυτό είναι: να σε ξεχνάει ο χρόνος κι εσύ να ζωγραφίζεις πάνω του.

Κι όταν ήρθε η Μαρίνα —ένα συνομήλικο μου κορίτσι από την πόλη— νόμισα πως είχα μια υποχρέωση: να της δείξω τη ζωή μου στο χωριό που αγαπούσα.

Η Μαρίνα μιλούσε ωραία. Έλεγε: «σας παρακαλώ» και «με συγχωρείτε». Έτρωγε με μαχαίρι και πιρούνι και φορούσε ακριβά φορέματα. Ήταν, μ’ άλλα λόγια, ένα κορίτσι «καθώς πρέπει», όπως διατυμπάνιζε με καμάρι η θεία της, που τη συνόδευε στις διακοπές της.

Αφού ήταν έτσι, το αποφάσισα και τη ρώτησα: «Θέλεις να σου δείξω όσα ξέρω;»

Και της έδειξα πώς αλέθουν το στάρι με τον χειρόμυλο. Της μίλησα για τα χωράφια και για το πώς αλλάζει η εικόνα τους με τις εποχές. Την πήγα να δει τα χέλια στο ποτάμι και την έμαθα πώς ν’ ανεβαίνει στο ντιένι. Δεν είναι εύκολο να ισορροπείς στην πλατιά σανίδα που την σέρνουν τα άλογα. Καλπάζουν πάνω στα απλωμένα στάχυα, στο αλώνι, τρία και τέσσερα ή και πέντε μαζί, κι από πίσω τους —δεμένα— σέρνουν τα ντιένια. Οι σιδερένιες λάμες τους, από την κάτω μεριά της σανίδας, λειώνουν τα στάχυα, βγαίνει ο σπόρος και απομένει το άγανο.

Αλωνίζουμε! Τι χαρά! Τρέχουν τα άλογα, τρέχεις κι εσύ από κοντά τους. Στη σωστή στιγμή πηδάς στον αέρα, προσγειώνεσαι πάνω στο ντιένι, μισοσκύβεις και ισορροπείς.

Αέρας, καλπασμός, λειωμένα στάχυα! Αλωνίζουμε! Κι όλα μαζί τα ονομάζει η ψυχή μου: Ευτυχία!

«Εγώ θα μείνω εδώ!» δήλωσε η Μαρίνα στη μητέρα της. Ορκίστηκε επίσης πως θα είμαι η καλύτερη φιλενάδα που είχε ποτέ, και δεν θα με αποχωριζόταν. Μόνο τώρα θα πήγαινε για δυο-τρεις μέρες στη Χαλκίδα για ψώνια. Θα γύριζε όμως.

Την περίμενα.

Έκοψα κι ένα λουλούδι από τον κήπο του σχολείου, ένα στάχυ από το κοντινό χωράφι κι ένα πλατανόφυλλο από τη ρεματιά. Τα έβαλα μαζί, τα τύλιξα με ζελατίνα και τα έδεσα στην κάτω μεριά με κορδέλα. Αυτό θα ήταν το δώρο μου. Θα το έδινα στη φιλενάδα μου κι έτσι θα καταλάβαινε τη χαρά μου που ξαναγύρισε κοντά μου.

Και ήρθε.

Ήταν απόγευμα. Κατέβηκε απ’ το λεωφορείο στην πλατεία. Μου έριξε μια ματιά και γύρισε το κεφάλι της απ’ την άλλη μεριά. Αγκάλιασε μια φιλενάδα που είχε φέρει μαζί της και με προσπέρασε.

Έμεινα στην πλατεία, μόνη μου, με τα λουλούδια μου και με τον ήλιο να γέρνει πίσω απ’ το βουνό. Δεν ήξερα τι να σκεφτώ. Ένα μόνο είχα για σίγουρο: η Φώτω δεν θα μου έπαιζε ποτέ αυτό το άσχημο παιχνίδι. Ούτε η Γεωργία, ούτε η Μένια, ούτε κανένα από τα άλλα παιδιά του χωριού. Όταν είμαστε φίλοι, είμαστε φίλοι.

Τον Ιούδα τον Ισκαριώτη τον αντάμωσα πολλές φορές στη ζωή μου. Έμοιαζε πάντα της Μαρίνας, με γλυκό πρόσωπο. Με άφηνε πάντα ολομόναχη σε μια άδεια πλατεία, και ο ήλιος έπεφτε και χανόταν το φως του μέσα στο σούρουπο.
Και…ναι,μερικές προδοσίες δεν ξεχνιούνται γιατί ήρθαν ντυμένες με καλοσύνη.

«ΣΑΛΙΓΚΑΡΙΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ ΚΑΙ ΚΑΡΩ ΦΟΥΣΤΑΝΙ»

Τα σαλιγκάρια, που τα μαγειρεύαμε με κρεμμυδάκια γιαχνί, ήταν η περιπέτεια της ζωής μου.
«Θα γίνει πραγματική περιπέτεια, αν ξανακάνεις αυτό που έκανες!», με προειδοποίησε ο πατέρας.

Δηλαδή, τι να έκανα; Να έβγαζα το μουσκεμένο φουστάνι μου και να το κρεμούσα σε κανένα πεύκο για να στεγνώσει; Η βροχή μάς πέτυχε στα χωράφια, κοντά στο χωριό Μακρυκάπα. Μουσκεύτηκα ολόκληρη, και το φουστάνι στέγνωσε πάνω μου.

«Θα περπατάμε πάνω από μία ώρα», υπολόγισε η Φώτω. Τα άλλα παιδιά ήταν σκόρπια γύρω μας και μάζευαν κι αυτά σαλιγκάρια. Η βροχή έπιασε ξαφνικά, μα εμείς συνεχίσαμε. Ο τόπος ήταν γεμάτος, και δεν μας έκανε καρδιά να τα παρατήσουμε.

«Κι άλλο! Κι άλλο!». Κάθε σαλιγκάρι και μια φωνή. Κι όταν τα βρίσκαμε δύο και τρία μαζί, πανηγυρίζαμε.

Τα καλαθάκια μας γέμισαν. Όταν η βροχή δυνάμωσε, κατεβήκαμε στη ρεματιά και προφυλαχτήκαμε κάτω από τα πλατάνια. Σε λίγη ώρα, που ξαναβγήκε ο ήλιος, συνεχίσαμε. Έκαιγαν τα πόδια μου από την πεζοπορία. Άχνισα ολόκληρη, και στέγνωσε πάνω μου το καρό μου φουστάνι.

Γυρίσαμε στο χωριό από την άλλη του άκρη. Πλύναμε τα σαλιγκάρια στις βρύσες και τα πήραμε στα σπίτια μας. Θα τα ταΐζαμε με πίτουρο δύο μέρες, για να καθαρίσουν τα έντερά τους, και μετά θα τα μαγειρεύαμε.

Πρωτοβρόχια, σαλιγκάρια, βρεγμένο πούσι, οργωμένη γη! Τα πλατάνια μοσχοβολάνε μετά τη βροχή. Φθινόπωρο, σε έχασα. Μου λείπουν οι μυρωδιές σου!

«ΤΗΓΑΝΙΤΕΣ ΜΕ ΜΕΛΙ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΥ»

«Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη…» και συνεχίζουμε!

Ξαναήρθαν τα χιόνια. Άδειασαν οι δρόμοι στο χωριό. Όταν οι γυναίκες υφαίνουν, εμείς τα παιδιά διαβάζουμε. Δαδί στο τζάκι και, στο σχολείο, το “Ωρολόγιον Πρόγραμμα”.

Τα φουγάρα καπνίζουν πάλι, και είμαστε καλεσμένοι στον πρώτο γάμο που έγινε στο χωριό από την ημέρα που ήρθαμε. Παντρεύεται η όμορφη Μαργαρίτα, και θα πάμε στο σπίτι της για να πούμε μαζί της το τραγούδι του αποχαιρετισμού από το πατρικό της — την Παρασκευή το βράδυ, κατά το έθιμο.

Τι το θέλαμε; Σπαράξαμε στο κλάμα τραγουδώντας μαζί της: “Μια Παραασκευήηη, ένα Σαββάτο βράααδυ, η μάνα μ’ μέ… καλέ, η μάνα μ’ μ’ έεδιωχνε… η μάνα μ’ μ’ έεδιωχνε από τ’ αρχοντικόοο της. Φεύγω κλαίγοντας, καλέ φεύγω κλαίγοντας!”

Η υποψήφια νύφη σπαράζει στο κλάμα. Κλαίω κι εγώ!

«Άστους να κλαίνε. Την Κυριακή θα πάμε στον γάμο και τη Δευτέρα θα φάμε τηγανίτες», μου ψιθυρίζει η Γεωργία και μου εξηγεί το έθιμο: «Αν η νύφη είναι παρθένα, τη Δευτέρα η πεθερά της θα στείλει τηγανίτες με μέλι στο πατρικό της.»

Ωραίο έθιμο! Περνάει το Σαββατοκύριακο με γλέντια, φαγοπότι και τραγούδια. Έρχεται η Δευτέρα και όλοι μαζί, συγκεντρωμένοι στο πατρικό της νύφης, περιμένουμε με αγωνία τις… τηγανίτες!

29η συνέχεια <———

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!