Γράφει η *Μαίρη Μάκρα
29η συνέχεια
(Σύνδεση με το θέμα: Μικρά κεφάλαια ζωής, που τα παραμερίζουμε στις αναμνήσεις μας. Κι όμως αυτά περιέχουν ουσία ζωής που καταχωρήθηκε στην καρδιά μας και “ζωγραφίζουν” αυτό που είμαστε!)
ΚΛΕΙΣΤΗΚΑ ΣΤΗΝ “ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟY
Όταν αρρωσταίνεις, σε πάνε στο νοσοκομείο. Έτσι δεν γίνεται; Ε, εμένα με έκλεισαν στην «κατοικία του δασκάλου».
«Σου το είπα ότι θ’ αρρωστήσεις. Αναφαγιά σε είχε πιάσει!», τόνισε η μητέρα μια φορά σ’ εμένα κι από μία φορά σε κάθε άνθρωπο που μας επισκέφθηκε για να μας ευχηθεί «περαστικά».
Το χωριό έχει εκατό κατοίκους. Εκατό φορές, λοιπόν, άκουσα πως εγώ έφταιγα που αρρώστησα. Το χώνεψα. Και δεν μου έμεινε τίποτε άλλο από το να ζητήσω συγχώρεση από την ανηφόρα, που κάποτε την κατηγόρησα πως με κούραζε. Κάθε φορά που την ανέβαινα, μου κόβονταν τα πόδια. Μου κόπηκαν για πρώτη φορά όταν πρωτοήρθαμε στο χωριό. Φορούσα ροζ φουστανάκι και είχα κορδέλα στα μαλλιά.
«Δεν φταίει το παιδί, ούτε το φαγητό που δεν έτρωγε. Ο παράτυφος, που πέρασε, το εξάντλησε· αυτή είναι η αιτία».
Όταν μιλάει ο πατέρας, ξέρω τι μου γίνεται. Έτσι ησύχασα και πληροφορήθηκα ότι έχω αδενοπάθεια. Το είπε ο γιατρός στη Χαλκίδα. Με πήγαν, με έφεραν, κι η μητέρα απέκτησε μια καινούργια ειδικότητα: να κάνει ενέσεις.
Της έδειξε ο γιατρός πώς γίνεται και το έμαθε. Στρεπτομυκίνες, πενικιλίνες, πάνε κι έρχονται. Δεν άργησε να πέσει ο πυρετός.
Τώρα όμως, που μ’ έβαλε η μαμά στο κρεβάτι και με ταΐζει χτυπητά αυγά, δίκροκα και με ιατρική συνταγή, θα της ξέφευγα; «Δεν πρέπει να κουράζεσαι», είπε ο γιατρός. «Θα μένεις στο κρεβάτι για να δυναμώσεις». Αυτό το άκουγα όλη μέρα και μ’ αυτές τις λέξεις έγραψα στο μυαλό μου εκείνη την Άνοιξη.
Ακουμπούσα την πλάτη μου στα μαξιλάρια και κοίταζα απέναντι, στο παράθυρο. Απ’ έξω ακουμπούσαν πάνω του τα κλαδιά της ακακίας. Τα πρωινά μετρούσα τις μύγες και τ’ απογεύματα τις σκιές. Έμπαιναν μέσα στο δωμάτιο και χοροπηδούσαν στους άσπρους τοίχους. Άναβε η μητέρα τη λάμπα και τότε διαλύονταν.
«Δεν μπορώ… δεν μπορώ άλλο στο κρεβάτι! Να φωνάξεις τον πατέρα. Με πονάει η καρδιά μου!», φώναξα μια μέρα. «Δεν είναι η καρδιά εκεί που δείχνεις. Κόκαλο είναι», απάντησε ψύχραιμα η μητέρα.
«Θα πεθάνω!»-τρομοκρατημένη εγώ.
«Δεν πεθαίνεις!», το χαβά της η μητέρα.
Πώς το ξέρει ότι δεν πεθαίνω; Θέλω τον πατέρα μου. Να καθίσει κοντά μου και να μου πει αν τα πουλιά που πεθαίνουν πάνε στον Παράδεισο. Γέμισε ο αέρας από σπουργίτια και χελιδόνια. Τα βλέπω απ’ το παράθυρο.
Τελικά, με έσωσε η Γιαννούλα, η νεαρή μας γειτόνισσα. Πώς τα κατάφερε και έδιωξε τη μητέρα από το δωμάτιο!
«Φύγε, φύγε, κυρά μου! Κουμάντο θα σ’ έχουμε στο κεφάλι μας; Δεν θέλουμε δίκροκα αυγά!» Και μιλώντας δυνατά, την σπρώχνει έξω από το δωμάτιο. Της κλείνει την πόρτα στα μούτρα και, τρίβοντας τα χέρια της από χαρά, μου εξηγεί το σχέδιο: «Έλα, καλό μου, και θα δεις τι θα της κάνουμε της μάνας σου. Θα σπάσουμε πλάκα!»
Σπάζει τη μία άκρη του βρασμένου αυγού πολύ προσεκτικά κι ανοίγει μια τρυπούλα —ίσα που να χωράει ένα μικρό κουταλάκι. Με ταΐζει σιγά-σιγά μέχρι που το τσόφλι μένει ατόφιο. Το στήνει ανάποδα —με το άνοιγμα κάτω— σ’ ένα φλιτζάνι και το βάζει πάνω στο τζάκι. Το κοιτάζει με καμάρι για το αποτέλεσμα και με ρωτάει: «Ε, σαν ολόκληρο δεν φαίνεται; Θα σκάσει η μάνα σου απ’ το κακό της! Όχι, δεν το θέλουμε, κυρά μου, το αυγό σου. Δεν το φάγαμε», θα της πούμε μόλις έρθει».
Ύστερα, καταχαρούμενη η Γιαννούλα, δένει τη ζώνη από το φουστάνι της στο χερούλι της πόρτας και χορεύει καλαματιανό. Τραγουδάει και χορεύει μέχρι που… ώπ! Κάτι ακούστηκε έξω στον δρόμο. Σταματάει τον χορό και κοιτάζει από το παράθυρο. «Μμμμ… καλά το κατάλαβα! Οι νεαροί του χωριού πάνε βόλτα στις βρύσες. Δεν μου λες, καλό μου, έχετε νερό στη στάμνα; Θα πάω να σας φέρω!», αποφασίζει κι αρπάζει τη στάμνα. Αδειάζει το νερό στον κήπο και πάει να φύγει.
«Γιαννούλα μου, μη φεύγεις! Μικραίνει το δωμάτιο και μου πλακώνει την καρδιά μου!», την παρακαλώ.
«Δεν φεύγω, καλό μου. Όλη μέρα θα είμαι εδώ, ώσπου να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι. Τότε θα πάμε στα χωράφια να μαζέψουμε λουλούδια. Το ξέρεις ότι άνθισαν οι ανεμώνες και τα ίτσια; Τα χωράφια είναι γεμάτα από λουλούδια!»
Και η Γιαννούλα ήταν πάντα εκεί, κάθε μέρα κοντά μου. Και ήταν τότε μόλις δεκαεπτά χρονών.
Ήταν χρόνια αργότερα όταν σκέφτηκα:” Κοίτα να δεις, πώς και η αρρώστια ακόμη μπορεί να γεννήσει νέες σχέσεις, νέες αλήθειες, νέες ματιές προς τον κόσμο και τους ανθρώπους.» Το σκέφτηκα και έστειλα στη Γιαννούλα ένα μεγάλο και από καρδιάς, “Ευχαριστώ”.
«Στην κατοικία του δασκάλου μπήκε η Άνοιξη»
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, η μητέρα απέκτησε μια καινούρια συνήθεια: παρακολουθεί το χρώμα των ματιών μου, τη στιλπνότητα των νυχιών μου, το “σεπτόν” της υγείας μου. Κρίνει, συγκρίνει, αποφασίζει — και πλέον τα παιδιά του σχολείου μπορούν να έρχονται όποτε θέλουν στο δωμάτιό μου. Μια και βρίσκομαι στην ανάρρωση, δεν υπάρχει φόβος να με κουράσουν.
Ανοίγουν οι πύλες… και μπήκε στην «κατοικία του δασκάλου» η Άνοιξη! Έγινε μπουκετάκια από λουλούδια, μοιράστηκε στα χέρια των παιδιών και ήρθε κοντά μου. Την ακούμπησαν, μοιρασμένη σε μικρά μπουκέτα, κοντά στα πόδια μου κι απλώθηκε πάνω στο κρεβάτι μου. Την πλέξαμε στεφάνια, και με τ’ αγριολούλουδα που περίσσεψαν φτιάξαμε γιρλάντες για τα μαλλιά. Τις παπαρούνες τις δέσαμε σε μπουκέτα και, τις μέρες που ακολούθησαν, κάναμε διαγωνισμό: ποιος θα φέρει το πιο όμορφο μπουκέτο στο δωμάτιο της ανάρρωσής μου!
Τη φύση που σου τη φέρνουν μουσαφίρη στο σπίτι, δύσκολα την ξεχνάς… Και για χάρη των παιδιών, που ξερίζωσαν τα θυμάρια και μου τα χάρισαν γεμάτα χώματα και αγάπη, θα χορέψω αυτόν τον χορό.
Φοράω το μεταξωτό φουστάνι της μητέρας. Γλιστράει πάνω μου. Το σφίγγω στη μέση και λυγίζω το κορμί. Στο κάθε τίναγμα, η ψυχή μου ανεβαίνει στα ύψη και χαράζει μια γραμμή στον αέρα, για να κάνω την επόμενη κίνηση. Δεν είμαι εγώ. Δεν είναι ο ρυθμός. Δεν είναι τα βήματα. Είναι μια θεότητα του χορού που κανοναρχεί και την υπακούω. Κι αν σου λέει να τσακιστείς, γίνεσαι ένα με τη γη. Κι αν σου δείχνει τα ουράνια, υψώνεις τα χέρια ψηλά για να τα ακουμπήσεις.
Ένα και δύο σημαίνει αγάπη. Την δένω σε μια πιρουέτα και την ακουμπάω στα πόδια σας. Μα… τι κάνουν τόσοι άνθρωποι εκεί κάτω, στην πλατεία του θεάτρου; Με χειροκροτούν; Τι παράξενο! Εγώ τόση ώρα τους μιλώ κι εκείνοι απλώς διασκεδάζουν με τον χορό μου;
«Ίδρωσες πάλι, έτσι;»
Μια φωνή και ένα χέρι στον ώμο διέκοψαν το όνειρό μου. Σταματώ να χορεύω και ανοίγω τα μάτια. Κοιτάζω γύρω. Δεν υπάρχει θέατρο, ούτε πλατεία θεάτρου, ούτε άνθρωποι. Υπάρχω εγώ, το μεταξωτό φουστάνι και η μητέρα μου.
«Δεν είπαμε ότι δεν πρέπει να χορεύεις τόσο πολύ; Δεν είπαμε ότι δεν πρέπει να κουράζεσαι; Δεν είπαμε ότι πρέπει να προσέχεις;»
Είπαμε, μαμά… Το μόνο που δεν είπαμε, είναι ότι ήρθε ο καιρός να προχωρήσουμε λίγο παρακάτω στη γραμματική που χρησιμοποιείς. Σε μεγάλη χρήση έχεις το άκλιτο “πρέπει”. Λύνει και δένει στη ζωή μας. Ας αλλάξουμε για λίγο το ρήμα. Να λέμε:
Εγώ θέλω να γίνω θεατρίνα. Εσύ θέλεις να γίνεις ηθοποιός. Αυτός θέλει να γίνει… αμαρτωλός.
Με τα ρήματα καλά τα πάμε. Με τα συνώνυμα τα μπερδεύουμε. Γιατί, βλέπεις, «ηθοποιός» σημαίνει «αμαρτωλός» — όπως μας το εξήγησε ο κύριος Μπάμπης, ο συνάδελφος του πατέρα, που μας επισκέφτηκε πάλι. Του μαγειρέψαμε κουνέλι στιφάδο, και μετά το φαγητό μου εξήγησε τις έννοιες των λέξεων, γιατί μάλλον κινδύνευα…
” Ηθοποιός; Θέλεις να γίνεις ηθοποιός; Δηλαδή… θεατρίνα; Τρελάθηκες, παιδί μου; – Τάσο, πρόσεξε το κορίτσι σου να μη σου παραστρατήσει. Θα είναι κρίμα!” είπε στον πατέρα.
«Θεούλη μου, σε παρακαλώ, αν δεν είναι αμαρτία… βοήθησέ με να γίνω ηθοποιός!»
Αυτή είναι η καινούρια μου προσευχή. Την λέω κρυφά κάθε βράδυ. Ύστερα, κλείνω τα μάτια και σκέφτομαι τον κινηματογράφο που είχαν οι Εγγλέζοι στη Χαλκίδα. Αυτό θέλω. Να κινούμαι πάνω στο μεγάλο πανί και να μιλάω σε όλο τον κόσμο.
Κι άμα δεν με αφήσουν να γίνω ηθοποιός… Θα ανεβώ στο πάλκο, όπως οι τραγουδίστριες που έρχονται στα πανηγύρια. Θα πάρω ένα ντέφι, θα τραγουδάω τσιφτετέλια και θ’ αναστενάξει ο ντουνιάς!

