Γράφει η Σοφία Χρήσταινα
Ξύπνησα με μια πικρία.
Να δεις που με αυτήν κοιμήθηκα και δεν το κατάλαβα.
Όνειρα βίας ξενύχτησαν μαζί μου,
έριξα άσπρη μπογιά σε τζαμαρίες ξένων σπιτιών,
έσπασα ,έβρισα ,έκανα φασαρία περίσσια
ώσπου με συλλάβανε.
Κρατιέμαι για λίγο στο κρατητήριο και στέλνομαι απευθείας στον γιατρό.
Μετά σιωπή στο όνειρο.
Ξυπνώ με κλάματα και εκείνη την πικρία που σου έλεγα.
Κανείς δεν μου έφταιγε ,μα και όλοι φταίνε.
Είμαι μόνη αβοήθητη και μελλοθάνατη.
Ένας γιατρός μου κάνει ένεση και βγάζει διάγνωση υστεροφημίας μου.
-Απορρίπτομαι από το σύνολο.
Έχω λεκέδες στα πόδια από την άσπρη μπογιά.
Ούτε ένας για κατάθεση συγχώρεσης.
Βαδίζω έναν μονόδρομο λύπησης.
Τελικά μόνο εγώ θα λυπάμαι για το μυαλό μου,
που χάθηκε.
Να δεις που όλοι θα γίνουν γιατροί και θα μου χώνουν μια ένεση ,
σωτηρίας τους από εμένα.
Ξύπνησα με μια μεγάλη δόση δυσφορίας στα πνευμόνια μου, ξαναλέω.
Με ακούει κανείς;

