Γράφει η Δέσποινα Χιντζογλου-Αμασλιδου
Είπες ότι θα περάσεις τα εκατό. Είπες το ’χες κληρονομικό. Και το πίστεψα, για τα καλά!
Γιατί να μην το πιστέψω; Ήσουν γερός και γεμάτος ζωντάνια. Δε μιλούσες για θάνατο ποτέ και έμοιαζες στα μάτια μου αθάνατος.
Τα χρόνια περνούσαν και βάραινες, και δεν το ’βαζες κάτω. Πότε βιτρό, πότε ψηφιδωτά, πότε ξυλοκολάζ, πάντα κάτι έβρισκες να δημιουργείς και να σε «κρατάει». Και δημιουργώντας «μάζευες» χαρά, αναγνώριση κι ικανοποίηση και ζούσες καλά, «γεμάτα».
Μαζί με τη μαμά καμιά βολτίτσα, ψώνια στη λαϊκή και κάπου-κάπου καμιά ρετσίνα στις εξοχές με τον γαμπρό σου. Τις γιορτές στο σπίτι μας, τις φχαριστιόσουνα. Ερχόσουν πάντα με τα καλά σου και τα δεκαχίλιαρα έτοιμα, σπαρταριστά στην τσέπη σου για τα εγγόνια.
Μέχρι που έπεσε ο κεραυνός και σ’ έκαψε. Ο γιος σου είχε καρκίνο. Τα σταμάτησες όλα από τότε. Δεν ξαναμπήκες στο εργαστήρι σου. Δε σ’ ενδιέφερε τίποτε. Καθόσουν ατέλειωτες ώρες μπροστά στην τηλεόραση και ποτέ δεν μπόρεσα να σε ξεγελάσω με ελπίδες και φτιαχτά επιχειρήματα.
Κι ο γιος σου πέθανε και έκλαψες σεμνά, σχεδόν ντροπαλά. Δεν ξανάκλαψες από τότε, αλλά ούτε ξαναγέλασες. Πάγωσες, μαρμάρωσες και έζησες κι άλλο… αλλά αλλιώς!
Αρρώστησες, σχεδόν στον χρόνο πάνω. Σε πήρα κοντά μου να σε ζωντανέψω λίγο. Κάτι κατάφερα.
Όμως τίποτε δεν ήταν όπως παλιά. Δεν ήσουν πια δυνατός και χαρούμενος. Δεν μπορούσα να σε συμβουλευτώ ή να σου πω τον πόνο μου. Ήσουν άρρωστος και αβοήθητος, με είχες ανάγκη.
Κάθισα δίπλα σου, παρέα στο φευγιό σου.
Αχ μπαμπά, είπες ότι θα περάσεις τα εκατό και σε πίστεψα…
Γιατί να σε πιστέψω!