Γράφει η Αγγελική Σαρικαβάζη
Εκείνη που κοίταξε την αλήθεια
Την έβλεπαν κάθε πρωί να περπατά με σταθερό βήμα.
Τα τακούνια της χτυπούσαν στο πεζοδρόμιο σαν μικρές δηλώσεις ύπαρξης.
Εργαζόταν. Δημιουργούσε. Άντεχε.
Μα εκείνοι δεν έβλεπαν τον κόπο της.
Έβλεπαν το σώμα της.
Την έκαναν σύμβολο χωρίς να τη ρωτήσουν.
Την έντυσαν με βλέμματα που γλιστρούν πάνω της σαν σκιές.
Τη σχολιάζουν χαμηλόφωνα, γελούσαν δυνατότερα απ’ όσο χρειαζόταν.
Σαν να μην είχε μυαλό. Σαν να μην είχε φωνή.
Σαν να ήταν εικόνα και όχι άνθρωπος.
Κι όμως, εκείνη αγαπούσε.
Αγαπούσε βαθιά, με εκείνη τη σιωπηλή γενναιότητα που δεν διαφημίζεται.
Αγαπούσε τη δουλειά της, τους ανθρώπους της, τον εαυτό της — όσο της το επέτρεπαν.
Γιατί κάθε φορά που τολμούσε να υψώσει το βλέμμα, κάποιος βιαζόταν να της το χαμηλώσει.
«Μην προκαλείς.»
«Μην απαντάς.»
«Μην κοιτάς έτσι.»
Μα εκείνη γύρισε να κοιτάξει.
Κοίταξε την αλήθεια κατάματα —
την αλήθεια που λέει πως μια γυναίκα δεν είναι διακόσμηση,
ούτε σιωπή,
ούτε φαντασίωση ξένη.
Και τότε τη χτύπησαν.
Με λέξεις πρώτα.
Με ειρωνεία.
Με αμφισβήτηση.
Με εκείνη τη βία που δεν αφήνει πάντα σημάδια στο δέρμα,
μα χαράζεται βαθιά στην ψυχή.
Τη χτύπησαν γιατί δεν έσκυψε.
Γιατί δεν ζήτησε συγγνώμη που υπάρχει.
Γιατί δεν δέχτηκε τον ρόλο που της έγραψαν άλλοι.
Κι όμως, δεν έπεσε.
Στάθηκε με τα γόνατα να τρέμουν ίσως
μα στάθηκε.
Γιατί κάθε φορά που μια γυναίκα κοιτάζει την αλήθεια,
ανοίγει ένα ρήγμα στον τοίχο της σιωπής.
Και από εκείνο το ρήγμα περνά φως.
Δεν είναι σύμβολο.
Δεν είναι σώμα για κατανάλωση.
Δεν είναι στόχος για τιμωρία.
Είναι άνθρωπος.
Είναι δύναμη.
Είναι εκείνη που, ακόμα κι όταν τη χτυπούν,
επιμένει να κοιτάζει.

