Του Σίμου Ιωσηφίδη
Κάποτε, πάνε χρόνια τώρα, η Βασιλική, μια παιδική φίλη, μου είχε εκμηστυριευτεί πως κάποια από τα προσεχή χρόνια, όχι πολύ μακριά, την ημέρα της γέννησής της, ένα μαγιάτικο απόγευμα που ο μήνας θα μετρούσε την 23η ημέρα του, θα ήθελε να βάλει τέλος στην ζωή της.
Θυμάμαι πως είχα παγώσει. Όχι με εκείνο καθαυτό που είχα ακούσει αλλά περισσότερο με την ανατριχιαστική αλήθεια της εκφοράς του. Πρόλαβε να διευκρινίσει πως, αυτή η πράξη, φυσικά, δεν θα ήταν με τον υστερικό τρόπο που πεθαίνουμε κάθε μέρα, τον τόσο φτωχό σε φαντασία, αλλά με εκείνον τον μύχιο τρόπο κάποιου που παραιτείται από μια διεστραμμένη φαινομενολογία και έναν ανούσιο κτητικό ίλιγγο.
«Θα είναι ένα ανοιξιάτικο απόγευμα», έλεγε, «που η ύπαιθρος θα είναι θαυμαστή και όλα θα φαίνονται αληθινά, σαν εκείνο το τόσο αγνό μειδίαμα στο βλέμμα μιας ερωτευμένης κοπέλας που μετά βίας κατορθώνεις να δεις και που, έκτοτε, στοιχειώνει για πάντα τις νύχτες σου».
«Η αλήθεια», συνέχισε, «είναι αυτή που διακρίνεται δια γυμνού οφθαλμού αν ποτέ προλάβεις να δεις τα μάτια ενός παιδιού σε εκείνες τις ιερές στιγμές της βουβής απορίας». Ή, άλλοτε, «αν στα ρηχά μιας παραλίας αντικρίσεις τα απύθμενα βάθη ενός ωκεανού. Τότε όλες οι λείες επιφάνειες θα έχουν κατακόρυφες αποστάσεις. Το βλέμμα δεν θα εστίαζε στο κεντρικό αντικείμενο αλλά στο φόντο της σκιάς του, ακριβώς εκεί που το εσώτερο θα γινόταν εσώτατο». Κι έπειτα, σταματούσε σκύβοντας το κεφάλι της μένοντας αμίλητη.
Ποτέ δεν μιλούσε πολύ. Το μόνιμο χαμόγελό της ήταν σαν να κάλυπτε επαρκώς τα λόγια της. Χαμογελούσε με μιαν ανέκφραστη γλυκύτητα. Ένα χαμόγελο αναίτιο και γι’ αυτό, τόσο απορητικό. Το βλέμμα της μακρινό, αφηρημένο και απόμακρο. Πάντα διστακτική και ήρεμη η φωνή της. Σαν να μην ήταν σίγουρη για αυτά που έλεγε.
Έμενε σε κάποιο νησί που κάθε χρόνο παραθέριζα με την οικογένειά μου. Ποτέ δεν έπαψα να την βλέπω. Οι ντόπιοι, χαριτολογώντας, έλεγαν πως θα με κάνουν επίτιμο δημότη του τόπου τους.
Η οικογένειά μου, ένεκα των συχνών επισκέψεων στο νησί, γνώριζε αρκετά καλά τους γονείς της. Γειτόνευαν με το σπίτι της. Ήταν πολύτεκνη οικογένεια και τα αδέλφια της ήταν τέσσερα μικρότερα αγόρια. Με είχε φιλοξενήσει κάποιες φορές. Τις ώρες που δεν ήταν στο μαγαζί είχε αναλάβει την κηδεμονία τους. Φυσικά θα ήταν άδικο να μην αναφέρω πως, όσο η παρουσία της κοσμούσε εκείνο το μέρος, τόσο οι επισκέψεις μου γίνονταν και συχνότερες. Πάντα στο ίδιο χωριό σε εκείνη την πεδιάδα.
Σε μία από αυτές, μιαν άνοιξη, την συνάντησα και πάλι. Με καλωσόρισε χαμογελώντας. Με ρώτησε, όπως κάθε φορά, για την ζωή στην πόλη. «Θα μ’ αρεσε να κάνω μια βόλτα στην πόλη», μου έλεγε, «να σεργιανίσω στα μεγάλα μαγαζιά». Απαντούσα πως η άνοιξη εκεί δεν είναι τόσο ορατή. Και συμφωνούσε συγκατανεύοντας. Έλεγε πως «ο κόσμος μεγάλωσε πολύ» δείχνοντάς μου την ύπαιθρο.
Τις σεζόν που το νησί έσφιζε από κόσμο δούλευε σερβιτόρα στην ταβέρνα του πατέρα της. Ψησταριά ‘Η Θράκα’ λεγόταν. Το μαγαζί ήταν στον κάμπο, σε ένα μάλλον αντιτουριστκό χωριό κι έτσι ήταν ανοιχτό μόνο τα βράδια. Είχε έναν ελαφρύ αέρα η ατμόσφαιρα εκεί στην γούβα που μύριζε χώμα και υγρές ρίζες. Η μάνα της, μια δύστυχη Φινλανδή, αρκετά σπασμένη στο πρόσωπο, πάντα ήταν μέσα στο μαγειρείο. Σπανίως εμφανιζόταν. Δυσκολευόταν αρκετά να μιλήσει την γλώσσα μας. Προφανώς σε αυτήν οφείλονταν τα κατάξανθα μαλλιά της Βασιλικής, τα λεπτά της χαρακτηριστικά και το τόσο ξέθωρο χρώμα του προσώπου της. Το τελευταίο ήταν πάντα ανέκφραστο και, εξαιτίας αυτού, οι αψεγάδιαστες αναλογίες του, ελάχιστα διακριτές.
Πάντα η Βασιλική όταν με σέρβιρε μου άφηνε την εντύπωση πως το χαμόγελό της ήταν κάτι που με αφορούσε προσωπικά. Βάδιζε αργά, αιθέρια και φορούσε συνήθως ένα θαλασσί σακάκι. Όταν σέρβιρε, που και που, γύριζε το κεφάλι της και με κοιτούσε. Πάντα με εκείνο το ίδιο χαμόγελο. Σκεφτόμουν τα λόγια της, «και όλα θα φαίνονται αληθινά, σαν εκείνο το τόσο αγνό μειδίαμα στο βλέμμα μιας ερωτευμένης κοπέλας που μετά βίας κατορθώνεις να δεις». Λες να ζούσα μια τέτοια αλήθεια; Αναρριγούσα. Ζαλιζόμουν και μόνο με την σκέψη.
Την ώρα που δεν είχε δουλειά καθόταν μαζί μου. Μου έλεγε ασθμαίνοντας πως η κοιλάδα είναι ονειρική. Γοητεύει την Άνοιξη έτσι όπως απλώνεται ανθισμένη. «Είναι όμως θνητή» και χαμηλώνοντας τα μάτια σύνέχιζε: «κάθε τι εφήμερο είναι γοητετικό. Ίσως αυτή η γνώση να μας θλίβει. Θλίψη και γοητεία, μοναξιά και πνευματική κλίση, ύλη και ποίηση, συνιστούν από κοινού το όριο που τίθεται στην εκστατική ενατένιση του φυσικού μας κόσμου. Για να αποκτήσεις πρέπει να χάσεις, για να πάρεις πρέπει να προσφέρεις και για να ζήσεις πρέπει να πεθάνεις». Κι έτσι σκυφτή όπως ήταν σηκωνόταν για την επόμενη παραγγελία.
Είχε κάτι άτονο η ομιλία της. Μιλούσε κουρασμένα. «Θέλουμε μόνο να εισπράττουμε, και να εισπράττουμε, και να εισπράττουμε», θυμόμουν τα μακρόσυρτα λόγια της. Άλλες φορές ανέφερε με την γνώριμη ξεψυχισμένη βραχνάδα στην φωνή πως, «μέσα στο αίμα μας υπάρχει ένα ρεύμα, μια παιδική θαλάσσια παλίρροια που με έναν θαυμαστό τρόπο ανασύρει μνήμες από πολύ παλιά, μνήμες όμορφες που κατοικούν μακριά όπως τα ξύλα που ξεβράζει η θάλασσα από νησιά που δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμη». «Ο καθένας από εμάς», συνέχιζε, «σαν πεζός και πρακτικός άνθρωπος, διαλέγει να ακολουθήσει τον δρόμο κάποιας ατέρμονης μονοτονίας, μιας αγχώδους και ασυνάρτητης εγωπάθειας και, εντέλει, εκείνης της επιλεκτικής κουφαμάρας που θα τον ακολουθεί σε όλη του την ζωή».
Και μετά πάλι σέρβιρε καθοδηγούμενη από τον πατέρα της.
Περίμενα την επερχόμενη άνοιξη να την συναντήσω και πάλι μετά από τις διακοπές του καλοκαιριού. Το καλοκαίρι ο χρόνος της ήταν πάντα γεμάτος. Όταν δεν ήταν στο μαγαζί είχε την επιμέλεια των παιδιών. Στο σπίτι, σχεδόν όλα τα πρωινά. Παρατηρούσα τις κινήσεις της. Γλιστρούσε αθόρυβα σαν ίσκιος στον χώρο δίνοντας την αίσθηση πως είναι ξένη. Μου είχε δείξει και κάποια κεντήματά της. Έπλεκε και μερικές φορές σκιτσάριζε κάτι περίεργες μορφές. Κλωστές και μπογιές αχνές, χωρίς χρωματικές εντάσεις, καθρέφτισμα της ηρεμίας της.
Τα τελευταία χρόνια επισκεπτόμουν μόνος το νησί. Οι γονείς μου, φιλάσθενοι αμφότεροι, βολεύονταν σε κοντινότερες αποστάσεις τα καλοκαίρια που ήταν προσβάσιμες οδικώς. Διατηρούσαν ωστόσο επαφές με αρκετούς ντόπιους. Σε μία από αυτές, ήταν Απρίλιος, η μητέρα μου μιλούσε στο τηλέφωνο με την κυρία Τασία, μια πολύ καλή γυναίκα που ήταν η ιδιοκτήτρια του σπιτιού που νοικιάζαμε κάθε χρόνο: «… ο Μπάμπης μας πάει καλά με την πιτσαρία. Η Μαρία παντρεύεται το Πάσχα! Να έρθετε όλοι. Παίρνει ένα πολύ καλό παλικάρι. Μάγειρας στο ‘Αλεξάνδρεια’. Στέκεται καλά. Τον περασμένο μήνα πέθανε η ανιψιά μου η Βασούλα του Αγαλιώτη που κάθεται δύο σπίτια πιο πέρα. Ο γιος σου την ήξερε. Καλό κορίτσι. Κι όμορφο πολύ. Όλος ο κάμπος την έκλαψε. Οι γιατροί είπαν πως είχε κάτι στον πνεύμονα. Ανεπάρκεια, δύσπνοια κάτι τέτοιο. Κρίμα μωρέ το κορίτσι από τα 29 του».
Ήταν 23 Απριλίου. Ένα χρόνο πριν τα τριακοστά γενέθλιά της. Μεγάλη Εβδομάδα.

