Γράφει η Αγγελική Σαρικαβάζη
Στη σιωπή της ομίχλης
Ο δρόμος χανόταν μέσα στην ομίχλη σαν σκέψη που δεν τολμά να ολοκληρωθεί. Το κίτρινο της διαγράμμισης ξεθώριαζε σιγά σιγά, καταπίνοντας την απόσταση, σαν να μην υπήρχε ποτέ προορισμός μόνο μια πορεία. Το χιόνι, απλωμένο ακανόνιστα, κρατούσε τη γη σε μια παγωμένη ανάσα, σαν να περίμενε κάτι που δεν θα ερχόταν.
Περπατούσε μόνος.
Κάθε βήμα βυθιζόταν ελαφρά, αφήνοντας πίσω του ένα ίχνος που η ομίχλη θα έκρυβε σε λίγο. Δεν υπήρχε βιασύνη. Μονάχα μια αίσθηση ότι το τοπίο τον παρατηρούσε σιωπηλά, ότι οι θάμνοι που πρόβαλλαν σαν σκιές ήξεραν περισσότερα απ’ όσα εκείνος.
Η σιωπή δεν ήταν κενή. Ήταν γεμάτη από ήχους που δεν ακούγονταν: το τρίξιμο του πάγου, τον μακρινό άνεμο, τη μνήμη μιας φωνής που κάποτε είχε γεμίσει τον ίδιο δρόμο. Ένιωσε πως αν μιλούσε, θα έσπαγε κάτι εύθραυστο, σαν λεπτό γυαλί που κρατούσε τον κόσμο ενωμένο.
Στάθηκε για λίγο. Κοίταξε μπροστά, μα δεν υπήρχε τίποτα να δει. Και όμως, μέσα σε εκείνο το λευκό, ένιωσε μια περίεργη βεβαιότητα: πως ο δρόμος υπήρχε ακόμη, πως κάθε βήμα, όσο αβέβαιο κι αν φαινόταν, οδηγούσε κάπου.
Ίσως η ομίχλη να μην ήταν εμπόδιο, αλλά προστασία. Να έκρυβε το τέλος για να μπορέσει κανείς να συνεχίσει. Να έδινε χώρο στη φαντασία να πλάσει μια κατεύθυνση όταν τα μάτια δεν αρκούσαν.
Ξεκίνησε πάλι. Το κρύο δυνάμωνε, μα μέσα του κάτι είχε ζεσταθεί. Και καθώς προχωρούσε, κατάλαβε πως δεν φοβόταν πια το άγνωστο. Γιατί μερικές φορές, το μόνο που χρειάζεται είναι να εμπιστευτείς το βήμα σου μέσα στη σιωπή.

