Του Βασίλη Καπράλου
Θάνατε
Θάνατε, χέρι άπλωσες, στο σπίτι της ζωής.
Της γάτας για να παίζεις το παιχνίδι, με μένα για ποντίκι.
Για να με πείσεις η ζωή, πως δε μου ανήκει.
Πολλές φορές στο μαύρο σου,
τα χρώματα να κρύψεις, διάλεξες,
εκείνων, που κινούνται και αναπνέουν.
Στης λύπης τα ενδύματα, μέσα να καταρρέουν.
Το σκαλοπάτι που περίμεναν καρτερικά, για να χτιστεί, του ονείρου.
Να σκαρφαλώσουν στην επόμενη τη μέρα, εκείνη του απείρου.
Τηλέφωνα που απαντούσαν, μας τα αχρήστευσες.
Στην πείνα να αφαιρέσεις τη ζωή, ποτέ δε νήστευσες.
Στόματα που γελούσαν τα έκλεισες,
με τη μονωτική σου, την ταινία·
με τη γνωστή σου την αδίστακτη μανία.
Τον ήχο απ’ τη χαρά στροβίλισες, μέχρι να σιωπήσει.
Πνοή για να σιγουρευτείς -τα χέρια σου-, πως δεν έχουν αφήσει.
Κόκκαλα γέρικα αξίωσες, μα και μωρών στο λίκνο.
Στην άθλιά σου συλλογή, παιδιά, λευκά απ’ τον κύκνο.
Όλους στο τέλος τους παρέσυρες σε μάχη – για σένα – νικηφόρα·
χαρούμενα δεν κράτησες, ποτέ στα χέρια δώρα.
Σειρήνες 23
Πάρε από πάνω απ’ τα κεφάλια μας,
την παγερή σου ανάσα.
Σταμάτησε τα πένθιμα,
να παίζεις κοντραμπάσα.
Τα έργα μας να πράξουμε ανέμελοι,
με το χαμόγελο στα χείλη,
ο αγγελιοφόρος σου,
το μήνυμα πριν στείλει.
Στον Ήλιο,
άσε μας να ζήσουμε,
το όσο μας απομένει,
στο τέλος να’ ναι η πινελιά,
-η μαύρη σουβαμμένη.
*Από το βιβλίο Σειρήνες
*Ακολουθείστε τον Βασίλη Καπράλο και στην biblionet
*Ακολουθείστε τον Βασίλη Καπράλο και στο facebook

