Σφοδρή κριτική από τον Σύλλογο Εργαζομένων της Εγνατία Οδός Α.Ε. για τη διαχείριση του αυτοκινητοδρόμου μετά την παραχώρησή του σε ιδιώτη. Στο επίκεντρο οι περιορισμοί κυκλοφορίας, τα διόδια και οι εργασίες στις σήραγγες.
Νέα αντιπαράθεση για τη λειτουργία και την παραχώρηση της Εγνατίας Οδού προκαλεί η δημόσια τοποθέτηση του Συλλόγου Εργαζομένων της «Εγνατία Οδός Α.Ε.», με αφορμή τη συζήτηση στη Βουλή για τα προβλήματα λειτουργίας, τις καθυστερήσεις και τους περιορισμούς στην κυκλοφορία του αυτοκινητοδρόμου.
Ο Σύλλογος, ο οποίος εκπροσωπεί εργαζομένους του κρατικού φορέα που επί τρεις δεκαετίες είχε την ευθύνη για τη μελέτη, την κατασκευή, τη λειτουργία και τη συντήρηση της Εγνατίας Οδού, υποστηρίζει ότι η επίκληση της οδικής ασφάλειας δεν μπορεί να αποτελεί από μόνη της επαρκή αιτιολόγηση για τις παρεμβάσεις που εφαρμόζονται στον αυτοκινητόδρομο.
Η παρέμβαση ήρθε μετά τη συζήτηση στη Βουλή στις 14 Σεπτεμβρίου 2026, όπου ο υπουργός Υποδομών και Μεταφορών έθεσε το ερώτημα εάν θα ήταν προτιμότερο να αυξηθούν οι λωρίδες κυκλοφορίας εις βάρος της ασφάλειας.
Οι εργαζόμενοι απαντούν ότι ζητήματα αυτού του μεγέθους θα πρέπει να τεκμηριώνονται με συγκεκριμένα τεχνικά και οικονομικά στοιχεία. Ζητούν να παρουσιάζονται με σαφήνεια το πρόβλημα, οι υφιστάμενες ανάγκες, οι εναλλακτικές λύσεις, οι παρεμβάσεις που έχουν εξεταστεί και το κόστος κάθε επιλογής.
Κριτική για τους περιορισμούς κυκλοφορίας
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στους περιορισμούς της κυκλοφοριακής ικανότητας σε μεγάλα τμήματα της Εγνατίας Οδού. Ο Σύλλογος υποστηρίζει ότι οι περιορισμοί έχουν προκαλέσει εκτεταμένα προβλήματα στην κυκλοφορία και ζητά να αξιολογηθούν τόσο οι επιπτώσεις τους στους χρήστες όσο και το πραγματικό κόστος για το Δημόσιο.
Παράλληλα, οι εργαζόμενοι υπογραμμίζουν ότι το Δημόσιο έχει διαφορετικό ρόλο από τον παραχωρησιούχο και οφείλει να διασφαλίζει το δημόσιο συμφέρον, την οδική ασφάλεια, αλλά και την επάρκεια και λειτουργικότητα του δικτύου.
Οι καταγγελίες για τις σήραγγες
Στην αναλυτικότερη παρέμβασή του, ο Σύλλογος θέτει στο επίκεντρο και τις διαδικασίες πιστοποίησης των σηράγγων. Υποστηρίζει ότι, μετά την τροποποίηση της σύμβασης παραχώρησης, δόθηκε στον παραχωρησιούχο η δυνατότητα να επανεκκινήσει διαδικασίες πιστοποίησης, ενώ η προηγούμενη διαδικασία βρισκόταν, σύμφωνα με τους εργαζομένους, σε προχωρημένο στάδιο.
Ο Σύλλογος υποστηρίζει ακόμη ότι οι συγκεκριμένες αλλαγές μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντικές πρόσθετες δαπάνες για το Δημόσιο. Κάνει λόγο για αρχική αποζημίωση 180 εκατ. ευρώ και για επιπλέον 240 εκατ. ευρώ που, όπως αναφέρει, έχουν εξασφαλιστεί από τα αποθεματικά της «Εγνατία Οδός Α.Ε.» έως το 2030. Πρόκειται για θέσεις και εκτιμήσεις του Συλλόγου, οι οποίες δεν αποτελούν από μόνες τους ανεξάρτητη επιβεβαίωση των ποσών ή των συμβατικών υποχρεώσεων.
Στο επίκεντρο και τα διόδια
Ένα ακόμη ζήτημα που αναδεικνύουν οι εργαζόμενοι είναι το κόστος χρήσης του αυτοκινητοδρόμου. Σύμφωνα με την ανάλυσή τους, οι διαδοχικές αυξήσεις που προβλέπονται από τη σύμβαση παραχώρησης θα οδηγήσουν σε σημαντικά υψηλότερες χρεώσεις τα επόμενα χρόνια.
Για ολόκληρη τη διαδρομή των 657 χιλιομέτρων, ο Σύλλογος υπολογίζει ότι τα συνολικά διόδια για επιβατικό όχημα θα αυξηθούν από 19,30 ευρώ το 2023 σε 52,20 ευρώ από το 2028, ενώ για φορτηγά και λεωφορεία από 67,50 ευρώ σε 183,80 ευρώ. Οι υπολογισμοί προέρχονται από την ανάλυση του Συλλόγου και βασίζονται στους όρους της σύμβασης όπως τους παρουσιάζει.
Η αντιπαράθεση αναμένεται να συνεχιστεί, καθώς η λειτουργία της Εγνατίας Οδού μετά την παραχώρηση φέρνει στο προσκήνιο ταυτόχρονα ζητήματα οδικής ασφάλειας, κόστους για τους οδηγούς, δημόσιας χρηματοδότησης και εποπτείας μιας από τις σημαντικότερες οδικές υποδομές της χώρας.

