Στις διπλωματικές ζυμώσεις των Βρυξελλών για τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, η Ελλάδα κράτησε επιφυλακτική στάση απέναντι στο ενδεχόμενο να επεκταθούν οι περιορισμοί και στο υγροποιημένο φυσικό αέριο.
Η ανησυχία αφορούσε την ενεργειακή επάρκεια σε μια περίοδο που η κρίση παραμένει αισθητή, και τελικά το LNG έμεινε εκτός του νέου πακέτου μέτρων, μια εξέλιξη που αντιμετωπίστηκε ως θετική και ρεαλιστική κίνηση. Ωστόσο, αυτή η απόφαση δεν κρύβει το βαθύτερο πρόβλημα της ελληνικής ενεργειακής στρατηγικής: η χώρα έχει στηριχθεί υπερβολικά στο υγροποιημένο φυσικό αέριο, αγνοώντας τους κινδύνους που ελλοχεύουν από την αστάθεια σε κρίσιμες διεθνείς οδούς όπως το Σουέζ και η Ερυθρά Θάλασσα, αλλά και από την εξάρτηση από μακρινούς προμηθευτές όπως το Κατάρ.
Η κριτική που ασκείται εστιάζει στην ανάγκη να υπάρξει επιτέλους μια ουσιαστική διαφοροποίηση των πηγών, με στροφή στον ήλιο και τη θάλασσα, αλλά και με τον λιγνίτη να λειτουργεί ως μεταβατική λύση ασφαλείας.
Στην Ανατολική Μεσόγειο, τα μεγάλα ενεργειακά έργα παραμένουν καθηλωμένα ανάμεσα στις τεχνικές δυνατότητες και τα πολιτικά εμπόδια. Ο αγωγός EastMed θεωρείται τεχνικά εφικτός, ωστόσο παραμένει κλειδωμένος σε συρτάρια λόγω των σφοδρών αντιδράσεων της Τουρκίας.
Παράλληλα, η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου, ένα έργο ζωτικής σημασίας για να σπάσει η ενεργειακή απομόνωση της Μεγαλονήσου, σέρνεται σε ατέρμονες καθυστερήσεις εξαιτίας εξωτερικών πιέσεων. Στο μέτωπο της Λιβύης, η ομαλοποίηση των σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση περνά μέσα από έναν αδιαπραγμάτευτο όρο: την ακύρωση του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου.
Εδώ, η συζήτηση ανοίγει προς μια πιο στρατηγική κατεύθυνση, με την πρόταση η Ευρώπη να χρησιμοποιήσει τα οικονομικά εργαλεία που διαθέτει ως μοχλό πίεσης, ώστε οι ελληνοτουρκικές διαφορές να αντιμετωπίζονται πλέον ως ευρωπαϊκές υποθέσεις και όχι ως απλές διμερείς τριβές.

