8 Απριλίου 2026
Λογοτεχνία

Άγνωστες λέξεις της ζωής

Άγνωστες λέξεις της ζωής

Γράφει η *Μαίρη Μάκρα

23η συνέχεια

(Σύνδεση με το θέμα: Τί σχέση έχουν τα παπάκια με το νέο κεφάλαιο ζωής; Κι αν αυτά πήραν θέση- με το “έτσι θέλω” τους-στη ζωή μας γιατί να μας απασχολεί “μια θύελλα στην έρημο” και μαζί της τα “παραμύθια του Άντερσεν”; Μάλλον …”δεν αποφασίζουμε πια εμείς για τη συνέχεια της ζωής μας, αλλά ο ίδιος ο Θεός, που-μάλλον- μας αγαπάει!”…σκεφτόταν η μικρή μας αφηγήτρια!!!)

(Εκείνο το βράδυ έμαθαν-τα παιδιά- για το «Ασχημόπαπο» και για μια μακρινή χώρα που τη λένε Δανία. Που παγώνει ολόκληρη τον χειμώνα. Και έχει κύκνους.
Ουφ. Ησύχασα. Τους τα είπα όλα. Όλα όσα ήξερα πια.
Άμα τα κατάλαβαν, εντάξει. Αλλιώς, θα έρθουν αύριο να τους τα ξαναπώ.)

Μπορεί να τους πω και τι γίνεται με τα δικά μας παπάκια, που τα μεγαλώνουμε στην αυλή. Η μαμά τα… λάδωσε με τις πατάτες γιαχνί! Όλα τα αποφάγια που τους έριξε για να φάνε, έπεσαν στο κεφάλι τους.

«Να τα ταΐσω ήθελα», διαμαρτυρήθηκε η μαμά. Σωστά! Τι φταίει εκείνη, αν τα παπάκια έτρεξαν και χώθηκαν κάτω από το πιάτο; Λούστηκαν με το ζουμί από το γιαχνί και κόλλησαν τα φτερά τους. Λίγδα ολοζώντανη, με στρογγυλά ματάκια που πήγαινε σεινάμενη-κουνάμενη πέρα δώθε και μας κοίταζε με απορία!

Τα πήραμε αγκαλιά και τα πήγαμε στο ποτάμι. Ήταν πέντε όλα κι όλα. Τι σημασία έχει; Όλα τα χώρεσε η αγκαλιά της μαμάς. Εγώ πήρα ένα και το έκλεισα στις χούφτες μου.

«Κιτρινούλι, μικρό, λες να μου γίνεις μια μέρα κύκνος;» αναρωτιόμουν.

Τα αφήσαμε στο ποτάμι. Δεν είχαν μαμά, αφού τα είχε κλωσήσει μια κότα. Δηλαδή, είχαμε δώσει αυγά στη γειτόνισσα και η κότα της κλώσησε και τα δικά μας παπιά.

Τα ταΐσαμε λίγες μέρες με πίτουρο-χυλό, ξεπετάχτηκαν, γνώρισαν την αυλή του σχολείου και τώρα είναι στη ρεματιά.

«Μόνα τους θα μείνουν εδώ;» ρώτησα τη μητέρα.

«Αυτά ξέρουν καλύτερα από εμάς τι θα κάνουν», μου απάντησε με σιγουριά.

Τα έσπρωξε μαλακά προς το νερό και φύγαμε.

Τα σκεφτόμουν όλη μέρα. Μόλις έγειρε ο ήλιος, πετάχτηκα στο πλατύσκαλο. Με είχαν φωνάξει; Ναι, η κομπανία—τα παπάκια—στεκόταν φρεσκοπλυμένη μπροστά στην πόρτα. Φώναζαν χαρούμενα, όλα μαζί.

Πέρασε το βράδυ ήσυχα, και τα ξημερώματα τ’ άκουσα που έφευγαν πάλι. Μου φάνηκαν, από τις φωνές τους, πολύ χαρούμενα.

Με το βασίλεμα του ήλιου ξαναγύρισαν. Κι αυτό συνεχίστηκε. Και πάντα μας ειδοποιούσαν με τις φωνές τους: φεύγουμε! ερχόμαστε! Μυστήρια πλάσματα της φύσης! Δεν το χωράει το μυαλό μου! Ποιος τους έμαθε την ώρα και τον δρόμο για να πηγαινοέρχονται στη ρεματιά;

«Παραμερίστε, χωριανοί, περνάει το κοπάδι του Δάσκαλου!» έλεγε γελώντας η Μαργαρίτα, καθώς την ίδια ώρα κάθε απόγευμα πήγαινε στις βρύσες για να ποτίσει το μουλάρι της και να πάρει νερό με τη στάμνα.

Απόψε φυσάει πολύ. Ο αέρας σηκώνει ακόμα και τις πέτρες. Είναι βοριάς και, όπως λένε οι ντόπιοι, θα κρατήσει πολύ. Πώς μας βαραίνει απόψε η νύχτα! Δεν ξέρουμε γιατί…

Ξαφνικά, γκαπ, γκουπ — βρόντηξε το παράθυρο και μαζί ακούστηκε μια φωνή:

«Δάσκαλε, ξύπνα!»

Πεταχτήκαμε από τα κρεβάτια μας τρομαγμένοι.

«Οι χωροφύλακες!» σκέφτηκα. Ή μήπως το φώναξα;

Έξω σκοτάδι πηχτό, πίσσα η νύχτα. Μα γιατί; Τι θέλουν πάλι από τον πατέρα μου; Με έπνιγε η καρδιά μου — με κλωτσούσε. Η λάμπα που άναψε, το παράθυρο που άνοιξε, ο πατέρας που κάτι φώναζε… όλα έσμιγαν στ’ αυτιά μου. Όλοι φωνάζουν. Γιατί;

«Τι θα πει ‘γιατί’, δάσκαλε; Ξύπνα, σου λέω, κι άνοιξε! Σε θέλω!»

«Μη χειρότερα, Παναγία μου! Ο κυρ-Γιώργης είναι, ο γείτονας!» σταυροκοπιέται η μητέρα.

«Τι θέλεις, μωρέ Γιώργη, τέτοια ώρα;» σκύβει ο πατέρας απ’ το παράθυρο.

«Ξύπνα να μου γράψεις μια μήνυση. Θα την πάω στον αστυνόμο.»

Τι ώρα ήταν; Τρεις μετά τα μεσάνυχτα. Στις τέσσερις, κάθε ξημέρωμα, ανέβαινε ο κυρ-Γιώργης στο βουνό, στα γίδια του. Το μεσημέρι κατέβαινε ξανά στο χωριό και έφερνε το γάλα.

Την άλλη Κυριακή, που όλοι οι άντρες ήταν μαζεμένοι στο καφενείο, τους μίλησε ο πατέρας:

«Είμαι εδώ για τα παιδιά σας και για σας. Για ό,τι με χρειάζεστε. Ποτέ όμως, όσο δίκιο κι αν έχετε, δεν θα σας γράψω μήνυση. Ποτέ και για κανέναν. Οι διαφορές δε λύνονται με μηνύσεις. Σύμφωνοι;»

«Σύμφωνοι, ξε-σύμφωνοι… τέλος πάντων… Θα πρέπει να το συνηθίσουμε. Αλλά, ρε Γιώργη, με τι χτύπαγες το παράθυρο του σχολείου και ξεσήκωσες τη γειτονιά;» ρώτησε κάποιος από την παρέα.

«Μ’ ένα τρακαδόξυλο, που τράβηξα απ’ την τρακάδα. Δεν ξυπνούσε αλλιώς!» απάντησε ατάραχος ο Γιώργης. Και τις μούντζες που του ήρθαν από παντού, δεν ήξερε πώς να τις αποφύγει.
***
Βρέχει! Τι όμορφα που ακούγεται η βροχή! Μάζεψα χαρτιά και μολύβια και στρώθηκα στο θρανίο μου. Θα γράψω για τα μπουμπουνητά και τις αστραπές, που «σαν πύρινες φλόγες σχίζουν τον ορίζοντα». Ενθουσιάζομαι. Τι ωραία που τα γράφω! Αυτό με τις «πύρινες φλόγες» το βρήκα στο βιβλίο της Φυσικής Ιστορίας, στο κεφάλαιο «Μια θύελλα στην έρημο».

Συγκεντρώνομαι για να γράψω κάτι ακόμα. Προσπαθώ, προσπαθώ… Δεν βγαίνει τίποτα απ’ το κεφάλι μου. Ούτε λέξη. Πάντως, η βροχή θα σπάσει τα κεραμίδια, είμαι σίγουρη! Θα πλημμυρίσει ο τόπος, και θα φτιάξουμε κιβωτό, όπως ο Νώε.

Ω, Νώε, ευτυχισμένε! Τι μεγαλείο που έχει μια θύελλα! Εσύ με καταλαβαίνεις. Θα τα γράψω όλα αυτά που σκέφτομαι, για να με καταλάβουν κι άλλοι.

Προσπαθώ… Τίποτα πάλι! Δεν βγαίνει λέξη. Σφίγγομαι, στίβω το μυαλό μου… τίποτα! Ούτε μία λέξη δεν κατεβάζει το κεφάλι μου για να την γράψω.

Παίρνω κι εγώ το μολύβι και αντιγράφω ολόκληρο το κεφάλαιο από τη Φυσική Ιστορία: «Μια θύελλα στην έρημο». Το αντέγραψα, το διάβασα δυνατά, το ξαναδιάβασα, μέχρι που το έμαθα απ’ έξω. Το βράδυ θα το διηγηθώ στα παιδιά που θα έρθουν να παίξουμε. Μπορεί να τα καταφέρω και να τους κάνω να αισθανθούν πως βρίσκονται καταμεσής στην έρημο, την ώρα που η θύελλα σαρώνει τα πάντα!

22η συνέχεια <———

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!