Γράφει η *Μαρία Σταυρίδου
Αναζητώ
εκείνο το μικρό κορίτσι
που έπαιζε κουτσό,
που γέλαγε
όταν έχανε στις μπίλιες και στο κρυφτό.
Ακόμη τραγουδάει στ΄αυτιά μου το γέλιο της
το χάδι της φωνής,
το ρεφρέν της ξένοιαστης ζωής.
Πόσο επικίνδυνη ακούγεται τελικά η αθωότητα
η αγνότητα, η παρθενική λαλιά;
Τη βλέπω ακόμη να τρέχει
μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά
να συναγωνίζεται κατσίκια και θεριά.
Σχεδόν αδίστακτη, τολμηρή,
μ ένα πάθος που σημαδεύει τη μνήμη,
γεννά τη ζήλια την αποδεκτή.
Τότε δεν ήξερα
έκρυβα τις ανάγκες της κάτω απο το μαξιλάρι
έκρυβα τις ανησυχίες της μέσα στο συρτάρι.
Άφηνα τη ντροπή
να την αγκαλιάζει κάθε βράδυ και κάθε πρωί.
Άφηνα το φόβο να καραδοκεί
να της στήνει παγίδες κάθε Κυριακή.
Αναζητώ
την αφέλεια της νεανικής ορμής
το πάθος της οργής
τη λαχτάρα της πρώιμης ηδονής.
Δεν ήξερα
πως έπρεπε να δοκιμαστεί σώμα και ψυχή.
Δεν ήξερα πως η ζωή είναι πόλεμος,
δημιουργία και καταστροφή.
Συγχώρα με μικρή μου πολεμίστρια
που σε νανούρισα με όνειρα αγγελικά
ενώ άφησα Δαίμονες να σε πάρουν αγκαλιά…

