Η υπό διαμόρφωση μεταρρύθμιση του «Νόμου περί Θέρμανσης» στη Γερμανία, που προωθούν τα κόμματα CDU/CSU και SPD, εισάγει ανώτατο όριο επιβάρυνσης για τους ενοικιαστές και προβλέπει σαφέστερη κατανομή κόστους με τους ιδιοκτήτες. Η συμφωνία του συνασπισμού επιχειρεί να εξισορροπήσει την ανάγκη για κλιματική πολιτική με τη διατήρηση της οικονομικής βιωσιμότητας της κατοικίας.
Σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του SPD, Matthias Miersch, το νέο πλαίσιο μειώνει στο μισό τα οικονομικά βάρη που σχετίζονται με τις εκπομπές CO₂, τα τέλη δικτύου και τη χρήση βιοαερίου. Παράλληλα, για πρώτη φορά, οι ιδιοκτήτες που επιλέγουν εγκατάσταση νέων συστημάτων θέρμανσης με φυσικό αέριο ή πετρέλαιο θα υποχρεώνονται να συμμετέχουν τόσο στο κόστος καυσίμων όσο και στις σχετικές επιβαρύνσεις δικτύου. Από την πλευρά του CSU, ο Alexander Hoffmann χαρακτήρισε τη συμφωνία «ισορροπημένο συμβιβασμό», υπογραμμίζοντας ότι περιλαμβάνει ρήτρες προστασίας για ιδιοκτήτες χαμηλών εισοδημάτων και μη εκσυγχρονισμένα ακίνητα.
Η μεταρρύθμιση αναθεωρεί σε βάθος τον ισχύοντα νόμο που είχε προωθήσει η προηγούμενη κυβέρνηση υπό τον Robert Habeck. Μεταξύ των βασικών αλλαγών είναι η κατάργηση της υποχρέωσης για χρήση 65% ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε κάθε νέο σύστημα θέρμανσης ένας κανόνας που είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις. Στο νέο πλαίσιο, η εγκατάσταση συστημάτων φυσικού αερίου και πετρελαίου παραμένει επιτρεπτή, αλλά από το 2029 θα απαιτείται σταδιακή ενσωμάτωση «πράσινων» καυσίμων, όπως βιομεθάνιο ή συνθετικά καύσιμα.
Κεντρικό εργαλείο της μεταρρύθμισης αποτελεί η λεγόμενη «βιο-σκάλα», ένα τετραφασικό σύστημα που εκτείνεται έως το 2040 και αυξάνει σταδιακά το ποσοστό ανανεώσιμων καυσίμων. Παράλληλα, από το 2028 εισάγεται ποσόστωση πράσινου αερίου για τα υφιστάμενα συστήματα θέρμανσης. Στα πρώτα στάδια εφαρμογής, το κόστος των βιοκαυσίμων, καθώς και οι επιβαρύνσεις από CO₂ και δίκτυα φυσικού αερίου, θα κατανέμονται ισόποσα μεταξύ ενοικιαστών και ιδιοκτητών.
Παρά τις προβλέψεις για συνέχιση των επιδοτήσεων στην αντικατάσταση συστημάτων θέρμανσης, περιβαλλοντικές οργανώσεις εκφράζουν επιφυλάξεις. Επισημαίνουν ότι η διατήρηση της χρήσης φυσικού αερίου ενδέχεται να εγκλωβίσει νοικοκυριά σε υψηλότερα κόστη λόγω αυξανόμενων τιμών CO₂ και τελών δικτύου, ενώ προειδοποιούν και για πιθανές ανατιμήσεις από τη χρήση βιοαερίου. Παράλληλα, ασκείται κριτική για πιθανή καθυστέρηση στην απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα στον κτιριακό τομέα.
Η κυβέρνηση επιδιώκει ο νέος νόμος να είναι πιο ευέλικτος και τεχνολογικά ουδέτερος, διατηρώντας παράλληλα την κοινωνική αποδοχή της ενεργειακής μετάβασης. Αν και για πολλούς καταναλωτές μοιάζει ανέφικτος, και θεωρείτε αρκετά αμφιλεγόμενο.

