3 Μαΐου 2026
Λογοτεχνία

Το σκοτεινό κελάρι

Μπάμπης Κοιλιάρης / Babis Kiliaris Art

Γράφει ο Μπάμπης Κοιλιάρης

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΖΟΥΣΑΜΕ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΜΑΣ

Το μικρό σχεδόν ανύπαρκτο παραθυράκι που συνέχεια ήταν καλυμμένο με ένα μπερντέ από τρίχινο χοντρό τσουβάλι, ελάχιστα άφηνε το φως να περνά στο εσωτερικό του κελαριού. Έτσι κάθε φορά που έμπαινα μέσα εκεί , ένα μούδιασμα διαπερνούσε το κορμί μου από το κεφάλι ως τα νύχια. Ο υγρός και μυστήριος χώρος του αποκάλυπτε λίγο – λίγο τα χιλιάδες στοιβαγμένα πράγματά του , τα σκονισμένα και σκουριασμένα, στο φως της λάμπας μόνο όταν περνούσες δίπλα τους .

Αν και είχα μπει στο κελάρι μας πολλές φορές, ποτέ μα ποτέ δεν κατάφερα να μάθω τι υπήρχε πάνω στα πετσικαρισμένα και ετοιμόρροπα ράφια του που ήταν καταφορτωμένα με παλιά πράγματα. Μόλις έμπαινες αριστερά ένα μικρό πήλινο πιθάρι και δεξιά μια τεράστια ξύλινη μαυρισμένη από τον καιρό , κασέλα που είχε μέσα τα μικρά εργαλεία του παππού.

Στις αρχές λόγω ύψους , η μόνη δυνατότητα εξερεύνησης περιοριζόταν μόνο σε ότι έβρισκα πάνω στο τραπέζι, τον πάγκο ή και κάτω από αυτά. Στο βάθος όταν σήκωνα τα μάτια μου, διέκρινα στο μισοσκόταδο να κρέμεται από ένα γάντζο στο ταβάνι, η ξύλινη κλούβα για τα ξεροτύρια. Δεξιά η μαμά καντάρι κρεμασμένη στον τοίχο και δίπλα πάντα το παιδάκι της , το μικρό κανταράκι , που πάντα ήθελα να το πάρω για να παίζω.

Χίλια δυο άλλα πράγματα στόλιζαν τους τοίχους του κελαριού μας. Σχοινιά , αλυσίδες , καπίστρια , παλούκια σιδερένια και ξύλινα , πριόνια , πιστιές του γαιδάρου κι άλλα , κι άλλα. Κάτω από τον πάγκο υπήρχε μια σειρά με γκαζοντενεκέδες όμως ποτέ δεν τους ψαχούλεψα ούτε ξέρω τι περιέχουν. Βλέπεις οι ζωντανοί κάτοικοι του κελαριού, αράχνες , σαμιαμίδια και πότε – πότε κανένα ποντικάκι μόνο και στην ιδέα ότι υπάρχουν , με έκαναν να αποτραβιέμαι και να κάνω πως αδιαφορώ, αν και μέσα μου ήθελα πολύ να ξέρω.

Όταν μεγάλωσα λίγο άρχισα να ψάχνω τα πρώτα ράφια. Η πρώτη μου σημαντική ανακάλυψη ήταν η σφεντόνα του πατέρα μου. Με το τέλεια ζυγισμένο δίχαλο , τα πετσάκια και τα λάστιχα μου έκανε πολύ εντύπωση . Δεν είχα ξαναδεί σφεντόνα και δεν ήξερα σε τι χρησιμεύει. Άρχισα να την περιεργάζομαι και στο τέλος την έχωσα στην τσέπη για να τη δω καλύτερα έξω στο φως.

Κάτι άλλο που μου έκανε εντύπωση ήταν η καουτσουκένια μπάλα. Μαύρη με τραχιά επιφάνεια , μόλις ακούμπησα το χέρι μου πάνω της ανατρίχιασα. Βλέπεις μόνο με την αφή καταλάβαινες τι υπήρχε μέσα σε κείνα τα βαθιά ντενεκεδένια κουτιά του χαλβά, σαν να παίζεις τυφλόμυγα. Περνώντας ώρες και ώρες μέσα στο σκοτεινό κελάρι διαπίστωσα πως βλέπουν οι τυφλοί.

Στα σκοτεινά όλες οι αισθήσεις σου καθώς περνά η ώρα , παίζουν όλο και πιο σημαντικό ρόλο στον προσανατολισμό, στην αντίληψη του χώρου και στην υφή των πραγμάτων. Τώρα καταλαβαίνω πως τα κα7τάφερνε και πάντα με κατέπλησσε ο πατέρας μου όταν έμπαινε εκεί για να πάρει εργαλεία χωρίς να έχει μαζί του κάποιο φανάρι.

Τελικά ακόμα και τώρα που γράφω αυτά τα λόγια έχω τη λαχτάρα να πάω πάλι να εξερευνήσω το παλιό μας κελάρι , γιατί σίγουρα υπάρχουν πολλά πράγματα που μου έχουν διαφύγει.

Βγαίνοντας λοιπόν από τον κόσμο των τυφλών, είχα στα χέρια μου δύο πράγματα που δεν ήξερα τη χρήση τους και έτσι άρχισαν οι διευκρινιστικές ερωτήσεις. Όταν με είδε ο πατέρας μου με την σφεντόνα στα χέρια να τεντώνω τα μισοκαμένα από την πολυκαιρία, λάστιχα και μάλιστα ανάποδα , σκοπεύοντας το πρόσωπό μου , τρόμαξε.

Μου την πήρε από τα χέρια και αφού μου εξήγησε τι ακριβώς κάνει αλλά και τι μπορώ να πάθω αν δεν την κρατάω σωστά , την έβαλε στο πιο ψηλό ράφι της κουζίνας.

Θα την πάρεις από εκεί, μου είπε, μόνο όταν την φτάσεις χωρίς να πατάς σε καρέκλα. Και βέβαια εγώ δεν περίμενα . Κάποτε την πήρα χωρίς να το ξέρει . Έβαλα μια πέτρα στο πετσί, σημάδεψα ένα κονσερβοκούτι, τέντωσα τα λάστιχα …… μα η πέτρα δεν πήγε στον στόχο της γιατί μπροστά ανάμεσα στη διχάλα βρισκόταν στητό το χοντρό δάχτυλο του αριστερού μου χεριού.

Ποιος με βαστάει από τους πόνους. Ο αντίχειράς μου μέσα στα αίματα , κι εγώ να σκέπτομαι το ξύλο που θα έτρωγα γιατί έκανα κάτι κρυφά ενώ μου είχε απαγορευτεί ρητά.

Από τότε δεν ξανάπιασα σφεντόνα στα χέρια μου. Έμεινα μόνο να παίζω με το λαστιχένιο μπαλάκι . Αυτό που είχε φτιάξει ο πατέρας μου από ψιλοκομμένα κρέπια παλιών παπουτσιών ανακατεμένα με πετρέλαιο. Όταν έμαθα πως έφτιαχναν τα παιχνίδια τους τα παλιά χρόνια απόρησα .

Μα καλά δεν υπήρχαν μπάλες στα μαγαζιά , αυτοκινητάκια και κούκλες;

– Όχι, μου είπε ο πατέρας. Τα παιδιά της εποχής μου όχι μόνο δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν παιχνίδια και ζαχαρωτά αλλά και αυτά σπάνια τα εύρισκες σε καταστήματα της αγοράς.

Και να ξέρεις εσύ που τρως τις σοκολάτες πιο πολύ κι από το φαγητό σου πως όταν πηγαίναμε στο σχολείο παίρναμε μαζί μας για κολατσιό μόνο δύο κουντουρούδια.

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!