5 Μαΐου 2026
Λογοτεχνία

Το κατάστιχο της αθωότητας

Γράφει ο Παναγιώτης Κουμουνδούρος

Το κατάστιχο της αθωότητας

Θυμάμαι 

τότε που τα μάτια μας ήταν ο μόνος καθρέφτης του κόσμου

και η αθωότητα ένα ένδυμα που δεν φοβόταν τη φθορά.

Η σιωπή δεν ήταν κενό·

ήταν μια μουσική από εύθυμους βοριάδες

με ανοιξιάτικες αποχρώσεις,

σαν ένα σάλπισμα που ερχόταν από το μέλλον

για να μας προειδοποιήσει για το φως.

Ποιος αλήθεια πρόφερε την πρώτη λέξη;

Εσύ έγραψες το «αγάπη μου» στο λευκό κατάστιχο της καρδιάς,

κι εγώ άρχισα να χαράζω στο ανύποπτο χώμα

λέξεις επικίνδυνες: ποίηση, έρωτας, συντροφικότητα.

Δεν ξέραμε πως το χώμα έχει μνήμη και οι λέξεις πεπρωμένο.

Ύστερα ήρθαν οι νύχτες

που η σιγαλιά τρυπήθηκε από μακρινά κλάματα.

Ακούσαμε τους πάσχοντες,

είδαμε το δάκρυ να κυλά στην άγονη πέτρα

κι οι μέρες μας έγιναν ένας στενός διάδρομος γεμάτος αγωνία.

Όμως εμείς βαδίζαμε.

Κρατούσαμε την αγάπη μας στις ανοιχτές παλάμες,

σαν ένα μοναδικό κερί σε μια παγκόσμια καταιγίδα.

Κι ύστερα, απότομα, φθινοπώρισε.

Το χώμα νοτίστηκε από τη μελαγχολία των άστρων που σβήναν.

Άπλωσα το χέρι μου στο σκοτάδι — εκεί που πάντα σε έβρισκα.

Όμως η θέση σου ήταν πια κρύα.

Είναι τόσο εύκολο να χαθείς στους παράδρομους της γης·

μια ασήμαντη αφορμή αρκεί

για να γκρεμιστεί ένας ολόκληρος ουρανός.

Περπάτησα με γυμνά πέλματα

στην έρημο της απουσίας σου,

μέχρι που συνάντησα τους σταυρωτές.

Είχαν τα σφυριά έτοιμα και τα δισάκια τους γεμάτα

σκουριασμένα καρφιά.

Έστησαν τον σταυρό μου με ξύλο από κέδρο και οξιά,

κι ο ήλιος κρύφτηκε — ίσως από ντροπή, ίσως από κούραση.

Με ανέβασαν εκεί μυριάδες φορές, μέχρι που το αίμα έγινε σιωπή.

Κι ήμουν εγώ: ο πεντάρφανος, ο ξωμάχος,

ο προλετάριος της ελπίδας.

Ο αφορισμένος που επέμεινε να πιστεύει

στη μυθική αλήθεια του φωτός.

Γέμισα πληγές για την αγάπη σου

που ήταν, τελικά, η αγάπη όλου του κόσμου.

Τώρα πια, μες στο καταχείμωνο,

αναπαύομαι κάτω από την παγωμένη επιφάνεια της μάνας γης.

Μα αν κάποιος σηκώσει τη βαριά πέτρα,

αν παραμερίσει τα σαρακοφαγωμένα μου ρούχα,

θα βρει μια καρδιά στεγνή, αφυδατωμένη,

αλλά πάντα απειθάρχητη και αμεταμέλητη.

Θα ακούσεις τους χτύπους της να σου ψιθυρίζουν

εκείνη την παλιά, ολόλευκη σιωπή.

Κι ίσως τότε, μέσα στον δικό σου πόνο,

να νοσταλγήσεις τον αλησμόνητο καιρό,

το ξεθωριασμένο όνειρο που επιμένει να ζει

σε έναν χρόνο αμετακίνητο,

εκεί που κάποτε ζωγραφίζαμε

με άστρα τον ουρανό της νιότης μας,

πριν μάθουμε

πως οι σταυροί είναι το μόνο τίμημα για το φως.

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!