Του Βασίλη Καπράλου
Στη γειτονιά μας βρέχει.
Βρέχει πολύ, στη γειτονιά.
Ίσως, να βρέχει και πιο πέρα.
Ίσως, να έχουνε, μιαν άλλη μέρα.
Στα παιδικά μας καλοκαίρια, βρέχει.
Βρέχει, γιατί η σκεπή τους, το αντέχει.
Βρέχει, στον τσίγκο μουσική,
να βγάλει για τους μέσα.
Έξω όταν πέφτει η βροχή,
δεν έχεις άλλα νιτερέσα.
Βρέχει το χώμα να μυρίσει.
Ίχνος ζημιάς παλιάς, να μην αφήσει.
Να σβήσει τις φωτιές, απ’ τις κακές τις σκέψεις.
Τώρα δεν μένει τίποτα, για σένα, να ζηλέψεις.
Βρέχει και πίσω από το τζάμι σου,
τη δέχεσαι, την πιο θεόσταλτη παρέα.
Τη χρειαζόσουνα.
Σαράντα χρόνια, ένσημα ζωής, -βαρέα.
Να βγεις ζητάς μεσ’ στη βροχή,
μα να ΄χεις, να γυρίσεις πίσω.
Την πόρτα μου ΄πες ανοιχτή,
κρυφά, να την αφήσω.
Κάπου πιο ‘κει, χτυπούν οι κεραυνοί.
Μα ‘κει είν’ η χώρα μακρινή.
Εδώ, μονάχα βρέχει.
Γιατί η δική μας σκεπή,
αυτό μονάχα αντέχει…

