21 Μαΐου 2026
Άρθρα Ρεπορτάζ Λογοτεχνία

Μπαρ Καρνάγιο

Του Σίμου Ιωσηφίδη

Βαδίζοντας σε εκείνη την παραλία του ακριτικού νησιού, όπως κάθε βράδυ, μπορούσα να διακρίνω εικόνες και ιστορίες που, για να λέω την αλήθεια, ίσως να μην συνέβησαν ποτέ. Άλλωστε πως να εξηγήσει κανείς την παραδοξότητα των εννοιών που, αυτές καθαυτές, εντυπώνονταν σχεδόν ακαριαία με την αχνότητα του μη συμβαίνοντος.

Ήταν ένας ήρεμος κολπίσκος περιστοιχισμένος από αυτοφυή δενδρύλλια που μετέτρεπαν ονειρικά τον υδάτινο ορίζοντα. Τα γκρίζα κλαδιά τους ήταν λεπτά και τα φύλλα τους πολυάριθμα και επιμήκη σχηματίζοντας λεπίδες που όσο γέμιζε το φεγγάρι γίνονταν ασημί. Περιττό να πω ότι κάποιες από αυτές νόμιζες ότι απλώνονταν μέχρι τον ουρανό.

Σε ένα από αυτά, το ψηλότερο, στο κέντρο της παραλίας, είχαν κρεμάσει ένα σκοινί που παρέπεμπε σε αγχόνη. Ένας προβολέας από μακριά εστίαζε την δέσμη του φωτός του ακριβώς εκεί κάνοντας το θέαμα μακάβριο. Όσο πλησίαζες η θηλιά μεγάλωνε και απέναντι ακούγονταν οι παράξενες μουσικές ενός σκοτεινού μπαρ. Φημολογείται πως το είχαν δυο αδέλφια προερχόμενα από την λεγόμενη σκανδιναβική αλητεία του νησιού και που πάντα, ατενίζοντας την θάλασσα, λίγο πριν το ξημέρωμα, έπαιζαν μόνα τους κάτι ταξίμια στον μπαγλαμά.

Όσο βάδιζες στην παράκτια αμμουδιά οι εικόνες πολλαπλασιάζονταν. Μια αγέλη από μερικά κάτισχνα μαύρα σκυλιά με πλησίασε. Είχαν επιθετική συμπεριφορά αλλά οι αναθυμιάσεις του ποτού με έκαναν να μην τα φοβάμαι. Κάθισα δίπλα τους αδιαφορώντας, ενώ τα κοκαλιάρικα ζώα μύριζαν καχύποπτα το νερό της θάλασσας λες και η βραδινή αλμύρα αποτελούσε το τέλειο θήραμά τους.

Λίγο πιο κάτω, κοντά στο μπαρ, κάποιες λεσβίες μάλλον μέτριας εμφάνισης, τρέκλιζαν μισομεθυσμένες κρατώντας με δυσκολία την ισορροπία τους ενώ κάτι ξανθές τουρίστριες με τα μωρά στην πλάτη προσπαθούσαν να τις βοηθήσουν.

Ερχόταν κι ένας ατημέλητος παλιάτσος, έτοιμος να γελάσει ή να κλάψει, που μονολογούσε πως η πραγματικότητα απέχει μίλια μακριά από το να εξαντλείται στην εκφορά της. Περπατούσε αργά ψηλαφώντας με τα μάτια την ημισέληνο και ψηλαφίζοντας με τα χέρια την άμμο. Θαύμαζε τα πουλιά. Συχνά αναρωτιόταν φωναχτά, «πως μπορούν και μοιράζουν τόσο όμορφα τον ουρανό»;

Κι ύστερα, κοντά στον Μακρύ Γυαλό, βρισκόσουν σε μια συστοιχία από αλμυρίκια που, από τον 12ο αιώνα, λένε, μια ομάδα παιδιών στρατοπέδευσε εκεί για τέσσερα μερόνυκτα τρώγοντας με μανία κάτι φορτία από φραγκόσυκα που ξέβρασε το κύμα από ένα ναυάγιο κάποιου αιγυπτιακού πλοίου. Το καράβι με τα χρόνια είχε συρθεί στα ρηχά και τα παιδιά είχαν γεμίσει την άμμο κουκούτσια και φλούδια, σπέρνοντας, άθελά τους, ένα σκιερό δάσος που κατέβαινε μέχρι την αμμουδιά σε μια κλιμάκωση των αποχρώσεων του χρυσαφί μέχρι το σκούρο καφέ.

Πιο ’κει, μια παρέα νεαρών σιγοσφύριζε στην κιθάρα κάτι θρηνητικές νότες ατενίζοντας το νερό έτσι όπως αντανακλούσε το φως των άστρων.
Η θέα χανόταν μέχρι τον σταυρό του εγκαταλελειμμένου μοναστηριού της Αγίας Θέκλας με τους περίφημους καθρέφτες. Κάποιοι θρύλοι μαρτυρούν πως σκορπούσαν ταραχή σε όποιες νέες κοπέλες τους αντίκριζαν καθώς αντικατόπριζαν λειψά κάποια μέλη τους.
Υπήρχαν, θυμάμαι, και άλλα φυτά, θαμνώδη που δεν ξεπερνούσαν το ανθρώπινο ύψος. Κι εκεί, στα ποώδη χαμηλά, μερικοί γενειοφόροι ηλικιωμένοι έπαιζαν παραδοσιακό λαούτο σκυμμένοι στις νότες. Θυμάμαι πως ήταν τέτοια η προσήλωσή τους στο όργανο, που σπανίως καταλάβαιναν πως περνάς από δίπλα τους.

Κάποιοι τζαμπατζήδες, βασανισμένοι από πονοκέφαλο, βάδιζαν αργά και ισχυρίζονταν πως ήξεραν να διαβάζουν το μέλλον από το άνοιγμα των φτερών κάποιων νυκτόβιων πτηνών.

Διάσπαρτα υπναλέα πρεζόνια που την ημέρα πουλούσαν χειροποίητα βραχιόλια επιδεικνύονταν σε κάποια μάλλον ξεπερασμένα τεχνάσματα. Ένας από δαύτους αιχμαλώτιζε δηλητηριώδεις μαύρες αράχνες τοποθετώντας τις σε μικρά βαζάκια. Σήκωνε το χέρι του στο ύψος του ώμου και έλεγε καγχάζοντας πως κάθε βαζάκι από αυτά εμπεριείχε έναν θάνατο κλεισμένο αεροστεγώς. Και γελώντας χανόταν στο σκοτάδι.

Υπήρχε και ένας ζωγράφος που πίστευε με βεβαιότητα ότι πίσω από τα σχήματα των σκίτσων του ίσως μπορούσε κανείς να βρει την αλήθεια αποκωδικοποιημένη και γυμνή. Και με αυτή την ατραξιόν, δωρίζοντας κάποιους πίνακές του που έμοιαζαν με ιατρικές ακτινογραφίες, έπειθε τους ιδιοκτήτες του μπαρ να τον κερνάνε τζιν.

Εκεί η οποιαδήποτε τάση αυτοκτονίας ήταν πιθανή και διασκεδάσιμη. Όλοι ήταν απελπισμένοι και έμοιαζαν να έχουν ακυρώσει τις συνειδήσεις τους καθώς η συνομιλία τους με το άψυχο ήταν ό,τι πιο σημαντικό, κάτι σαν μια φυσιολατρική έξαρση μιας ζωής παρατημένης σε εκείνο το πυρίτιο της αμμουδιάς.

Οι μουσικές του μπαρ περιστρέφονταν πάνω σε κάτι μακρόσυρτους ήχους, ήχους της ερήμου, ανατολίτικους μάλλον και ικετευτικούς, που έφερναν στον νου τους Dead Can Dance χωρίς ρεύμα. Υπό την επήρειά τους, καθόμουν μόνος, κοιτώντας την θηλιά, όπως φωτιζόταν, αρκετά συχνά. Οι ιδιοκτήτες συνήθως μου πρότειναν κάποια κρασιά ημίγλυκα. Θυμάμαι ακόμα την γλυκιά ναυτία του τοπίου.
Και τον φάρο αριστερά που αναβοσβήνοντας μου θύμιζε πως αυτόν τον τόπο περισσότερο τον ονειρεύεσαι παρά τον επισκέφτεσαι…

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!