Γράφει ο Χαράλαμπος Κοιλιάρης
Τα μηχανάκια
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΖΟΥΣΑΜΕ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΜΑΣ
Το βραδάκι πλησίαζε. Η καλοκαιρινή ζέστη ανάβλυζε κάτω από το πυρωμένο χώμα. Ένα παραπάνω όμως από τους στρωμένους με πυρόλιθα δρόμους του χωριού. Σε λίγο ο ήλιος θα δύσει. Σε λίγο θ’ αρχίσει το καθημερινό παιδικό πανηγύρι.
Το σπίτι μας με τη μεγάλη τσικουδιά στην αυλή του ήταν το σημείο συνάντησης της συμμορίας . Μόλις που ο ήλιος άγγιξε τον Άη Γιώργη καμιά δεκαριά ξυπόλητοι ηλιοκαμένοι πιτσιρικάδες ξεχύθηκαν απ όλα τα σημεία του χωριού γκαζώνοντας τα «μηχανάκια» τους προς το σημείο συνάντησης.
Στην αρχή έτρεχαν πάνω κάτω με όλα τα φώτα αναμμένα κάνοντας επίδειξη ο ένας στον άλλο για την αισθητική επέμβασή τους πάνω στα αγκιναρόξυλα. Αργότερα άρχιζαν να μαζεύονται στην εμπασιά μας και να παρκάρουν τα «μηχανάκια» τους πάνω στις σιδερόπετρες του χαμηλού τοίχου.
Εκείνο το βράδυ ήμουν πολύ στεναχωρημένος. Κόντευα να σκάσω . Το δικό μου «μηχανάκι» ήταν το πιο στολισμένο . Από το θείο μου , τον ποδηλατά έπαιρνα ότι χρειαζόμουν. Σημαιάκια , κρόσια, χειρολαβές , ακόμα και ηλεκτρική κόρνα είχα. Όμως μου έλειπε η κινητήρια δύναμη. Η μπαταρία. Το πρωί , πριν φύγει ο πατέρας για τη δουλειά του το δωσα και γραπτώς . Θέλω μια πλακέ μπαταρία για το «μηχανάκι» του είπα. Όμως εκείνος δεν μπόρεσε και το μεσημέρι κουρασμένος, μόνο τη μπαταρία μου δεν σκεπτόταν να αγοράσει.
Έτσι απόψε το δικό μου «μηχανάκι» , το πιο όμορφο απ όλα , δεν θα είχε φώτα. Δεν τόλμησα ούτε που να το βγάλω έξω από την κουφάλα της γέρικης τσικουδιάς. Εκεί το είχα πάντα κρυμμένο για να μη μου το κλέψουν .
-Γιατί έχεις μούτρα απόψε ; Με ρώτησε ο Πέτρος που καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι εκείνο το βράδυ. Είχε βλέπεις βάλει και δεύτερο σημαιάκι του Ολυμπιακού στην αγκινάρα του.
-Μου χάλασε το μηχανάκι, του λέω. Δεν μου παίρνει μπροστά. Το λεγα και το πίστευα .Πράγματι όλοι μας νομίζαμε πως οι ξερές αγκινάρες ήταν αληθινά μηχανάκια. Ακούγαμε τα φρεναρίσματα και τους θορύβους από τις μηχανές τους. Βέβαια τους αναπαράγαμε με το στόμα έτσι για να τους ακούνε και οι άλλοι, οι μεγάλοι που δεν καταλαβαίνουν.
Πρέπει όμως να παραδεχτώ ότι το βράδυ το καλύτερο μηχανάκι το είχε ο Κώστας . Από το δικό του θείο τον ηλεκτρονικό έβρισκε ότι ήθελε από μπαταρίες, καλώδια και κάθε λογής χρωματιστά φωτάκια.
Σε λίγο ο Κώστας με πλησίασε και έβγαλε από την τσέπη μια πλακέ μπαταρία. -Πάρ’τη , μου είπε απλώνοντας το χέρι προς το μέρος μου. – Είναι από το παλιό μου μηχανάκι και δεν τη χρειάζομαι.
Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη . Άρπαξα την μπαταρία και έτρεξα στην κουφάλα. Σε λίγο και το δικό μου μηχανάκι θα λειτουργούσε κανονικά. Πάτησα με το παιδικό μου μυαλό τη μανιβέλα και όρμησα με φόρα στον κεντρικό δρόμο . Το κομβόι έτοιμο ξεκίνησε για το «Πευκάκι»
Μερικοί πιο τολμηροί ανηφόριζαν μέχρι του «Μπαρούτη» και ξαναγύριζαν. Όταν νύχτωσε για τα καλά πήραμε το δρόμο του γυρισμού. Εγώ , ο Κώστας και ο Πέτρος συνοδέψαμε τους υπόλοιπους μέχρι το «Νιό» όπου κάναμε τα τελευταία κορδελάκια στα κορίτσια της γειτονιάς. Όμως τι ατυχία! Την τελευταία στιγμή πριν το καληνύχτισμα , ο Νικολής γλιστρά και πέφτοντας κάνει της αγκινάρα τρία κομμάτια. Ευτυχώς που δεν χτύπησε πολύ . Την άλλη μέρα ξεχυθήκαμε στα χωράφια με το Νικολή να βρούμε καινούριο αγκιναρόξυλο .
Ανέμελα χρόνια. Αυτή ήταν όλη μας η σκοτούρα τότε.

