5 Ιουλίου 2026
Λογοτεχνία

Ο θείος ο Κωστής… ο δικός μου ήρωας

Γράφει ο Χαράλαμπος Κοιλιάρης

Ήταν ένα απόγευ­μα του Οχτώβρη, καταθλιπτικό και συννεφιασμένο. Όλα έδειχναν ότι ερχόταν δύσκολες μέρες. Δεν έλεγε να βρέξει, όμως ένοιωθες την υ­γρασία να σε τρυ­πανίζει.

Ο Κω­στής, εικοσιδυό χρονώ παλικαράκι, ανέ­βαινε αργά μαζί με όλους τους άλλους τις σκάλες του πλοίου, φορτωμέ­νος με ότι του έδωσαν η μάνα του και η δεκαενιάχρονη σύζυγός του για να περάσει τον δύσκολο, όπως προμηνύονταν, χειμώνα στα βουνά της βόρειας Ηπείρου.
Νιόπαντρος σχεδόν, άφηνε την ζεστή αγκαλιά της όμορφης γυναίκας του για να πάει σε τούτο το αναπάντεχο κάλεσμα της Πατρί­δας. Με συρτό βήμα συνέχιζε να ανεβαίνει αργά τη σανιδόσκαλα του καραβιού, χωρίς να πάρει ούτε στιγμή το βλέμμα του από την Δέ­σποινα, τη γυναίκα του. Τα οχτάχρονα κουνιάδια του και ο πεθερός του στεκόταν παραπέ­ρα. Εκείνος, ο μπάρμπα Γιώργης, ο ταλαίπωρος πρόσφυγας, αποχαιρε­τούσε μαζί με τον Κωστή και τον πρωτότοκο του, το Γιάννη 19 χρονώ παιδί.

Η Δέσποινα έκλαιγε απαρηγόρητα και του κουνούσε το μαντήλι.

Κανένας απ’ όλους αυτούς τους νεαρούς δεν είχε συνειδητοποιήσει που πάει πραγματικά. Δεν είχαν ακόμη εικόνα για το τι σημαίνει Αλβανικό Μέ­τωπο. Ότι μάθαιναν ήταν από το ραδιόφωνο του καφενείου και απ’ τις εφη­μερίδες με μια δυο μέρες καθυστέρηση. Οι περισ­σότεροι ήταν όλο χαρά, με ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη. Πολλοί, ανυπόμονοι σαλιάριζαν από το πλάι στο χαμηλό κατάστρωμα του πλοίου που πήρε κάποιες ώρες για να γεμίσει.

Φεύγουν κι άλλοι από την οικογένεια. Ξεκίνησαν όλοι μαζί από τη γειτονιά αλλά μέ­σα στο καράβι χάθηκαν. Έτσι κι αλλιώς πήγαι­ναν να παρουσιαστούν σε διαφορετικά τάγμα­τα. Κι από κει στο μέτωπο…

Ο θείος Κωστής ερχόταν τακτικά στο σπίτι μας με τη θεία να κάνουμε βεγγέρα. Με­τά από κάποιες αποτυχημένες προσπάθειες να κάμουν παιδιά, υιοθέτησαν ένα κοριτσάκι. Μεγαλώναμε μαζί και την αγαπούσαμε σαν αδελφή μας. Ήταν ένα σκέτο πειραχτήρι. Ο Θείος, πάντα, δέκα λεπτά μετά τον ερχομό του, έσκυβε το κεφάλι, κατέβαζε και την τρα­γιάσκα και άρχιζε το ροχαλητό. Καμιά παιδική φωνή, κανένας ήχος απ’ τα κουζινικά, κανένα γέλιο απ’ τα παιχνίδια μας δεν τον ξυπνούσε. Η κόρη του πρώτη άρχιζε τα πειράγματα. «Πάλι κοιμάσαι μπαμπά; Ξύπνα… ε!!!». Τρό­μαζε για λίγο ο θείος Κωστής αλλά σύντομα ξανάπεφτε στην αγκαλιά του Μορφέα. «Αφήστε τον. Είναι κουρασμένος.» έλεγε η θεία Δέσποινα. «Ξυπνά πρωί και πάει στο παζάρι».

Ήταν Οκτώβρης και η δασκάλα μας, η κυρία Ρούλα μας ζήτησε να βρούμε ιστορίες του ’40 από γονείς και θείους. Την προηγού­μενη χρονιά έγραψα τις ιστορίες της μάνας μου. Φέτος σκέφτηκα να ρωτήσω το θείο Κωστή για τα κατορθώματά του στον πόλεμο. «Θείε, μην κοιμηθείς απόψε. Σε παρακαλώ». «Γιατί;» μου λέει. «Θέλω να μου πεις για τον πόλεμο. Πως ήταν, πως πέρασες» του απά­ντησα.

Έκανε προσπάθεια να κρατηθεί ξύ­πνιος επειδή με αγαπούσε. «Μαϊμούμες, απεπούπες, ντοντάγια» πάντα θυμόταν και μου ξανάλεγε τις φράσεις που το έλεγα, όταν ήμουν πολύ μικρός. «Θείε, άσε τα λιοντάρια και πες μου για τον πόλεμο». «Ε ναι λοιπόν, ήταν δύσκολα. Όχι τόσο το μπαμ-μπούμ και το κρυφτό που παίζαμε με τους βρωμο- Ιταλούς όσο το κρύο. Τρομερό κρύο! Που δεν το είχαμε νοιώσει εδώ στη Χίο. Εγώ ήμουνα Ημιονηγός. Τους είπα ότι είχα αλογάκι εδώ και θεώρησαν ότι είμαι κατάλληλος για να οδηγώ μουλάρι. Φορτώναμε μπόμπες, σφαίρες, τρό­φιμα, γαλέτες από τα μετόπισθεν και τα πηγαί­ναμε στα βουνά. Στο μέτωπο. Στα τάγματα. Δύσβατη περιοχή η Πίνδος. Στενά περάσμα­τα, ανηφορικά μονοπάτια. Έτρεμε η ψυχή μας να μη γκρεμοτσακιστούμε. Μια φορά σ’ ένα φαράγγι μας την είχε στήσει μια διμοιρία Ιτα­λών. Πυροβόλησαν και σκότωσαν το πρώτο μουλάρι. Το καημένο!».

Ο θείος σταμάτησε την αφήγηση και σήκωσε τα μάτια ψηλά στο ταβάνι σαν να βλέ­πει πάλι το μουλάρι του. Τα χρυσά του δόντια άστραψαν στο φως της κουζίνας, όταν χαμο­γέλασε αναπολώντας. Κι εγώ περίμενα να ακούσω τα υπόλοιπα με αγωνία. «Τι έγινε μετά θείε Κωστή;». «Μετά Μπάμπη παιδί μου, βγάλαμε τα ντουφέκια, οχυρωθήκαμε πίσω από κάτι βράχια και αρχίσαμε τον κλεφτοπόλεμο.

Ο Ίλαρχος, ο λοχαγός να πού­με, είχε στη ζώνη του χειροβομβίδες. Έριξε δυο προς το μέρος των Ιταλών και αυτοί σήκωσαν άσπρη σημαία. Παραδόθηκαν σχε­δόν αμέσως. Είχαν σκοτωθεί κάποιοι και τους άλλους τους πήραμε μαζί μας».

«Ζωντανούς;» του λέω. «Ναι. Αιχμαλώτους. Καλοί άνθρωποι ήταν. Τους δώσαμε τσιγάρο και φαΐ. Ύστερα τους παραδώσαμε στο τάγμα. Δεν μας έκαμαν τίποτα. Εκτός που μας σκότωσαν τον Ψαρή. Το πιο καλό μας μουλάρι.

Άναψε ένα άφιλτρο «Άσσο», αφού τον χτύπησε δυο τρεις φορές πάνω στο πακέτο του. Το τσακμάκι του πήρε με τη δεύτερη κι ένα ντουμάνι καπνού έκαμε την ατμόσφαιρα του δωματίου «νεφελώδη». Τον άφησα να το απολαύσει περιμένοντας να μου πει κι άλλα. Όμως φαίνεται πως οι περιπέτειές του ήταν μετρημένες αφού η ζωή στα μετόπισθεν ήταν ρουτίνα και σχεδόν ανιαρή. « Τι άλλα θείε; Τι άλλα έκανες;» γύρισε και με κοίταξε θλιμμένα. «Νικούσαμε συνεχώς. Χιμάρα, Τεπελένι, άγιοι Σαράντα! Όλο νίκες! Αλλά ύστερα ήρθαν οι Γερμανοί και αναγκαστήκαμε να γυρίσουμε πίσω.

«Σήκω Κωστή! Πήγε δέκα η ώρα. Πά­με. Είπε η χοντρή μου θεία και μου έκοψε το παραμύθι στη μέση. Αφού έφυγαν, με την ελ­πίδα να μου πει τα υπόλοιπα την άλλη φορά, είδα τον πατέρα μου να γελά. «Ξέρεις πως γύρισε ο θείος σου πίσω;» μου λέει με πειρα­χτικό ύφος «Όχι» του απάντησα. «Ο θείος ο Κωστής, ξέρεις πως πάντα κοιμάται όπου βρεθεί. Ακόμα και πάνω στο κάρο, όταν κάνει τα αγώγια του. Έτσι λοιπόν στον πόλεμο, κοι­μόταν και πάνω στα μουλάρια. Γι αυτό δεν είχε να σου πει πολλά.»

Ο πατέρας μου δεν συμπαθούσε και πολύ τον μπατζανάκη του αλλά προ­σπαθούσε να μην το δείχνει. «Όταν λοι­πόν έγινε η οπισθοχώρηση, πήρε ένα μουλάρι, το φόρτωσε με πράγματα, έπιασε την ουρά του, έκλεισε τα μάτια του και περπατούσε σχεδόν κοιμισμέ­νος. Το μουλάρι τον έφερε στην Αθήνα. Έτσι έλεγε ο θείος Σταμάτης που ισχυρί­ζεται πως τον είδε». Ο Σταμάτης ήταν πάντα υπερβολικός. Ο θείος ο Κωστής. Σαν να τον βλέπω μπροστά μου, ψη­λός, με μουστάκι και τραγιάσκα, καθι­σμένος λοξά στο κάρο του να ανηφορίζει κουρασμένος το δρόμο της Λέτσαινας. θα είναι πάντα για μένα ο Ήρωας του Αλβανικού μετώπου.

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!