Γράφει η Δέσποινα Χιντζογλου-Αμασλιδου
Τα τελευταία χρόνια γράφονται πολλά για το κρυφό σχολειό. Ερευνητές-ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ήταν μύθος, αφού δε βρέθηκε μέχρι τώρα (όπως λένε) κάποια σχετική αναφορά σε κείμενα της εποχής.
Από την άλλη, το μέσα μας φωνάζει ότι: «Ο μύθος είναι η άγραφη Ιστορία», ο δε πίνακας του Γύζη και το ποίημα του Παλαμά στοιχειωμένα στην ψυχή μας από τα παιδικά μας χρόνια… δε φεύγουν από κει με τίποτε.
Αυτοί λοιπόν υποστηρίζουν ότι οι Τούρκοι δεν απαγόρευαν τη λειτουργία των σχολείων κι αυτό είναι εν μέρει μόνο σωστό, καθώς ενώ στις μεγάλες πόλεις υπήρχε πράγματι η δυνατότητα να εκπαιδευτούν τα αγόρια (κυρίως), όπως γινόταν και τα βυζαντινά χρόνια, στα χωριά και τις μικρές πόλεις τα πράγματα ήταν αλλιώς. Οι τοπικοί άρχοντες έφερναν συνεχώς εμπόδια στην εκπαίδευση, με αποτέλεσμα τα παιδιά να εκπαιδεύονται «κρυφά».
Τον ρόλο της εκπαίδευσης είχαν αναλάβει τότε αποκλειστικά οι ιερείς και οι καλόγεροι, στις εκκλησίες και τα μοναστήρια. Είναι εξάλλου γνωστές (επί Βυζαντίου) οι πλούσιες βιβλιοθήκες των μοναστηριών και τα σκριπτώρια, όπου οι αντιγραφείς-καλόγεροι έσωσαν την αρχαία ελληνική γραμματεία τους δύσκολες εκείνους αιώνες. Εκεί λοιπόν ανέκαθεν, στις εκκλησιές και τα μοναστήρια τα ελληνόπουλα διδάσκονταν γραφή και ανάγνωση, με βιβλία: την Οκτώηχο, το Ψαλτήρι και άλλα εκκλησιαστικού περιεχομένου. Ο ρόλος της Εκκλησίας στην εκπαίδευση των παιδιών ήταν κύριος και πρωταγωνιστικός, μέχρι που ο Καποδίστριας αποφάσισε να οργανώσει την Παιδεία σύμφωνα με τα πρότυπα της Δύσης, δηλαδή με την ίδρυση Υπουργείου Παιδείας. Ωστόσο το έργο της Εκκλησίας τα χρόνια της τουρκοκρατίας καταγράφηκε και αναγνωρίσθηκε από την Ιστορία και την Πολιτεία όπως έπρεπε.
Μετά την Άλωση η λειτουργία των σχολείων βρισκόταν υπό την επίβλεψη της οθωμανικής εξουσίας. Το εκπαιδευτικό σύστημα δεν ήταν ούτε ολοκληρωμένο, ούτε καλά οργανωμένο. Η εκπαιδευτική ζωή των Ελλήνων είχε διακοπεί, τα πνευματικά κέντρα μαράζωσαν, οι περισσότεροι λόγιοι έφυγαν, ο πληθυσμός στις πόλεις μειώθηκε κι η επαρχία ερήμωσε. Ο Μωάμεθ αμέσως μετά την Άλωση παραχώρησε στον Πατριάρχη Γεννάδιο βεράτια (προνόμια), ένα από τα οποία ήταν η Παιδεία. Όμως οι τοπικοί αξιωματούχοι στην επαρχία έφερναν πολύ συχνά κωλύματα στη λειτουργία των σχολείων και επίσης επινοούσαν τρόπους για να κερδίζουν χρήματα από τους πλούσιους Έλληνες, οι οποίοι είχαν αναλάβει τα έξοδα των σχολείων και της εκπαίδευσης. Το 1675 υπάρχει αναφορά-κατηγορία στα «Κατάστιχα Παραπόνων» που κρατούσε η Οθωμανική Διοίκηση, προς κρατικούς αξιωματούχους που αποσπούσαν από πλούσιους Έλληνες μεγάλα χρηματικά ποσά (προκειμένου να επιτρέψουν τη λειτουργία κάποιου σχολείου), αλλά ακόμη και από αυτούς που φρόντιζαν να διδάσκονται τα παιδιά τους το Ευαγγέλιο «κατ’ οίκον»…
Επιπλέον στην επαρχία, οι μεγάλοι Μουσουλμάνοι ιδιοκτήτες (αγιάνηδες) επέβαλαν τη θέλησή τους, εξαγοράζοντας το δικαίωμα των Ελλήνων στην εκπαίδευση. Κι έτσι παρά την προσπάθεια του Πατριαρχείου να ιδρύσει σχολεία και να βρει πόρους για να λειτουργήσουν, η Οθωμανική πολιτική ήταν σαφώς αρνητική. Δηλαδή όπως γράφει ο ιστορικός-ερευνητής Τάσος Γριτσόπουλος: «Πρόκειται περί πλάνης το ότι δεν απηγορεύετο η λειτουργία σχολείων! Τίποτε δεν εγίνετο, τίποτε δεν αποτολμάτο χωρίς την έγκρισιν του δυνάστου και εάν εχορηγείτο η άδεια, ήτο τυλιγμένη εις μυρίους περιορισμούς και απαιτούντο πολλά χρήματα δια την εξαγοράν των φιλοχρημάτων οργάνων της διοικήσεως».
Επομένως αν και η επίσημη εξουσία δεν απαγόρευε την παιδεία, οι τοπικοί άρχοντες της περιφέρειας δυσκόλευαν ή απαγόρευαν τη λειτουργία των σχολείων, κυρίως γιατί τη συνέδεαν με τις τοπικές εξεγέρσεις. Γι αυτό μετά από εξεγέρσεις στρέφονταν πάντα κατά των σχολείων, τα οποία θεωρούσαν υπεύθυνα γι αυτές, και τα έκλειναν! Από την άλλη δεν ξέρω γιατί τίθεται το ερώτημα, αν απαγορευόταν η διδασκαλία των ελληνικών, τη στιγμή που η «γλωσσοκοπία» των μητέρων (για να μην μπορούν να διδάξουν τα ελληνικά στα παιδιά τους) είναι επιβεβαιωμένη και καταγεγραμμένη επίσημα!
Τα μαθήματα στα σχολεία ξεκινούσαν αξημέρωτα ή το σούρουπο, το δε τραγουδάκι: «Φεγγαράκι μου λαμπρό φέγγε μου να περπατώ, να πηγαίνω στο σχολειό, να μαθαίνω γράμματα κ.τ.λ.» υπήρχε και στα βυζαντινά χρόνια, μάλλον κάπως διαφορετικό (Φαίδων Κουκουλές). Με το ίδιο ίσως «δέρριν» (σάκο), το ίδιο «πινακίδιον», ίσως και το «γραφείον» (το αιχμηρό αντικείμενο για τη γραφή στην κέρινη επιφάνεια του «πινακιδίου»), ξεκινούσαν τα παιδιά την εκπαίδευση στα δύσκολα εκείνα χρόνια. Όμως οι καιροί ήταν χαλεποί, φόβος σκίαζε τα πάντα, απειλή και βίαιος εξισλαμισμός παραμόνευαν. Όλα άρχισαν να ατονούν, ακόμη κι η λαχτάρα για μάθηση. Συγχρόνως οι περισσότεροι λόγιοι μετανάστευσαν στις ελεύθερες χώρες, όπου άρχισαν τη διδασκαλία της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει σύντομα η Αναγέννηση.
Ωστόσο είναι γεγονός ότι ο σουλτάνος, έναν χρόνο μετά την Άλωση, επέτρεψε την ίδρυση της Πατριαρχικής Σχολής στην Κωνσταντινούπολη και παράλληλα άρχισαν να λειτουργούν τα «κοινά σχολεία» στους νάρθηκες των εκκλησιών ή στα κελιά των μοναχών. Στην επαρχία όμως η εκπαίδευση ήταν μηδαμινή. Περίπου 65 χρόνια μετά θα λειτουργήσει το πρώτο ελληνικό τυπογραφείο, στη Θεσσαλονίκη, με θεολογικά έργα και μεταφράσεις. Παρόμοιες δραστηριότητες βλέπουμε να εμφανίζονται σποραδικά τον 15ο και 16ο αιώνα και περισσότερες τον 17ο και 18ο, πάντα όμως σε μεγάλες πόλεις. Στις αρχές μάλιστα του 16ου αιώνα επανδρώνονται με διδακτικό προσωπικό κάποια εκπαιδευτήρια και στο τέλος του αιώνα το Πατριαρχείο αποφασίζει να ιδρύσει σχολεία και στην περιφέρεια (επί Πατριάρχου Ιερεμία του Β’). Στα «Κοινά Σχολεία» διδάσκονταν ανάγνωση και γραφή από την Οκτώηχο, το Ψαλτήρι, το Ωρολόγιο και το Ευχολόγιο, ενώ στη 2η βαθμίδα, στα «Ελληνικά Σχολεία», δινόταν έμφαση στην εκμάθηση της Αρχαίας Ελληνικής.
Τα υπέρ των σχολείων κηρύγματα του Κοσμά του Αιτωλού στο τέλος του 18ου αιώνα αποδεικνύουν πόσο πίσω είχε μείνει η παιδεία των σκλαβωμένων και επιπλέον πόσο σημαντική ήταν για το γένος. Είχε μάλιστα γίνει τελείως ανεπιθύμητη στους Τούρκους, γιατί στην πραγματικότητα γνώριζαν ότι από αυτήν κινδύνευε η ίδια η κυριαρχία τους!
Στη συνέχεια τον 19ο αιώνα με το Χάτι σερίφ (1839) και το Χάτι Χουμαγιούν (1856) δίνονται κι άλλες ελευθερίες στις μειονότητες, να κτίσουν εκκλησίες και σχολεία, και τότε η παιδεία γίνεται πιο συστηματική και οργανώνεται καλύτερα, πάντα βέβαια με τη χρηματοδότηση των πλουσίων Ελλήνων.
Ένα συνοπτικό συμπέρασμα απ’ όλα τα ανωτέρω είναι το παρακάτω: Οι Τούρκοι τους πρώτους αιώνες επέτρεψαν την άσκηση της παιδείας στις μεγάλες πόλεις (ίσως μάλιστα χρειάζονταν τους μορφωμένους για την επάνδρωση της διοικητικής μηχανής, καθώς ήθελαν να αντιγράψουν και να εφαρμόσουν το βυζαντινό διοικητικό σύστημα… ). Η επαρχία από την άλλη έμεινε χωρίς λόγιους (που εκπατρίσθηκαν ή έμειναν στις μεγάλες πόλεις), οι δε τοπικοί πασάδες ήταν αντίθετοι προς τον Χριστιανισμό και τους ιερωμένους, και βέβαια αντίθετοι με τη μόρφωση που θα διευκόλυνε κινήματα και επαναστάσεις. Από την άλλη είναι γνωστή η ιδεολογία του Ισλάμ, σύμφωνα με την οποία το Κοράνι είναι υπέρ-αρκετό ως εκπαίδευση, για τα παιδιά. Επιβεβαίωση αυτής της οπτικής είναι η εμπειρία μου από το χωριό της μητέρας μου στην Καππαδοκία, το Κέλβερι-Καρβάλλη. Στο τέλος του 19ου αιώνα, μετά το Χάτι Χουμαγιούν ένας πλούσιος Καρβαλλιώτης, ο Χατζή Πρόδρομος Λουκίδης έκτισε στο χωριό τρία σχολεία. Ένα αρρεναγωγείο, ένα παρθεναγωγείο (σήμερα ωραιότατο ξενοδοχείο) κι ένα σχολείο για τους Τούρκους… για να μην έχουν παράπονο.
Μέχρι τότε δεν υπήρχε τουρκικό σχολείο, το δε ελληνικό βρισκόταν στα όρια του χωριού, μέσα σε μια σπηλιά (πραγματικό κρυφό σχολειό). Ως γνωστόν εκεί στους βράχους και τις υπόγειες πολιτείες που περιβάλλουν το χωριό ζούσαν οι Καππαδόκες τους προηγούμενους αιώνες, με τις συνεχείς εχθρικές εισβολές. Τα δυο λοιπόν ελληνικά σχολεία λειτούργησαν τότε άψογα, τα Ελληνόπουλα μάλιστα διδάσκονταν εκτός από τα ελληνικά… γαλλικά και τουρκικά. Επίσης το επίπεδο ήταν πολύ υψηλό, αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι οι μαθητές μάθαιναν τον Ισοκράτη απ’ έξω! Αντίθετα το τουρκικό σχολείο δε λειτούργησε μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών, το 1924, κι αυτό επιβεβαιώνει ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν ούτε στα σχέδια της οικογένειας, αλλά ούτε και στον προγραμματισμό του κράτους.
Τις προφάσεις που χρησιμοποιούσαν οι τουρκικές αρχές για να εμποδίζουν τη λειτουργία των χριστιανικών σχολείων αναφέρουν Αμερικανοί και Βρετανοί κάτοικοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς τον Βρετανό πρέσβη Sir Philip Currie το 1895. Τα σχολεία έκλειναν συχνά γιατί οι δάσκαλοι απαγορευόταν να διδάξουν, με το πρόσχημα ότι χρειάζονταν ειδική άδεια από το αρμόδιο υπουργείο, όταν δε κατάφερναν να πάρουν αυτήν την άδεια, ακυρωνόταν με την αιτιολογία ότι χρειάζεται άλλη από τον σουλτάνο. Παράλληλα υπήρχαν διαταγές σύμφωνα με τις οποίες η διδασκαλία έπρεπε να γίνεται στην τουρκική γλώσσα. Ο σύγχρονος της Επανάστασης του 1821 Αμβρόσιος Φραντζής αναφέρει ότι οι Έλληνες ίδρυαν σχολεία «μετά φόβου πολλού, και συστολής μεγάλης», διότι οι Τούρκοι συχνά επικαλούμενοι διατάξεις του Κορανίου τα κατέστρεφαν. Υπάρχουν αναφορές για σχολεία της Κωνσταντινούπολης, των Κυδωνιών, της Χίου κ.τ.λ. που διασώθηκαν χάρη σε αδρές προσφορές πλουσίων Ελλήνων προς τους Οθωμανούς.
Τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας (το 1821), ο Κωνσταντίνος Οικονόμος αναφέρει σε κείμενά του ότι τα σχολεία προσπαθούσαν να λειτουργήσουν δωροδοκώντας τους Τούρκους αξιωματούχους, όπως στη Σχολή της Χίου, και επίσης ότι η Σχολή της Σμύρνης βρισκόταν σε διωγμό επειδή εκεί διδάσκονταν μαθηματικά και φιλοσοφία, τα οποία οι Τούρκοι χαρακτήριζαν ως ύποπτη πολεμική εκπαίδευση (“τακτική”) και επίσης ως αθεΐα. Το ίδιο αναφέρει κι ο Βρετανός περιηγητής και ιερωμένος Charles Swan που περιηγήθηκε στην Ελλάδα και τη Μικρά Ασία το 1825-26. Γράφει για την απαγόρευση των μαθηματικών στη Σχολή της Σμύρνης, επειδή η Οθωμανική κυβέρνηση τα θεώρησε ως είδος στρατιωτικής εκπαίδευσης των Ελλήνων. Ο λόγιος γιατρός Στέφανος Κανέλλος σε επιστολή του (4/2/1822) προς τον Γερμανό φιλέλληνα Carl Iken αναφέρει ότι οι Τούρκοι εμπόδιζαν τη λειτουργία των σχολείων περισσότερο από τις εκκλησίες και ότι οι Έλληνες αγωνίζονταν να «συστένουν κοινά σχολεία κρυφίως».
Το 1823 ο λόγιος Μιχαήλ Σχινάς περιγράφει επίσης τα διάφορα εμπόδια που έβαζαν οι Τούρκοι στη λειτουργία των σχολείων, που ανάγκαζαν μαθητές και δασκάλους… να κρύβονται. Ο Νικόλαος Δραγούμης περιγράφει την «κακομεταχείριση» που υπέστη ο πατέρας του «χάριν των ελληνικών γραμμάτων», καθώς οι Τούρκοι κατέτρεχαν παντοιοτρόπως τα ελληνικά σχολεία. Γράφει: «Ουχί μόνον κοπιώντες, αλλά και κινδυνεύοντες εσπούδαζον οι πατέρες ημών γράμματα. Έκαστος των Τούρκων και ο έσχατος, ως γνωστόν, είχε το δικαίωμα να τυραννεί, να φορολογεί και να φονεύει τους οπαδούς του Χριστού. Επειδή δε τα σχολεία διήγειραν τας υποψίας αυτών και τα κατέτρεχον παντοιοτρόπως, και διδάσκαλοι και μαθηταί εσοφίζοντο παντοίους επίσης τρόπους δια να αποφεύγωσιν την οργήν των. Και οσάκις συνήρχοντο εις το σχολείον, εις εξ αυτών ιστάμενος πλησίον του παραθύρου ως κατάσκοπος έστρεφεν ανήσυχος πανταχού το βλέμμα και έδιδεν προς τους άλλους την είδησιν ότι έβλεπεν Οθωμανόν έρχόμενον μακρόθεν…».
Ο Φωτάκος (Φώτιος Χρυσανθόπουλος, 1798-1879) έγραψε ότι οι Έλληνες φρόντιζαν για την παιδεία: «εν τω σκότει και προφυλακτά από τους Τούρκους». Ο καθηγητής Γεώργιος Μαυροκορδάτος σε ομιλία του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών αναφέρει ότι «εδιδάσκοντο λαθραίως εν υπογείοις και εν ταις οπαίς της γης, του τυράννου διαφεύγοντες». Το 1883 αναφέρονται διάφοροι περιορισμοί από τους Τούρκους, σε επιστολή μεταξύ Επισκόπου Διδυμοτείχου και Πατριάρχου, και επίσης κατάσχεση σχολικών βιβλίων, σε μια προσπάθεια… κρυφής εισαγωγής τους. Ο Τρύφων Ευαγγελίδης (1936) υποστηρίζει ότι υπήρχαν μεν σχολεία, αλλά ταυτόχρονα υπήρχαν και απαγορεύσεις και διώξεις. Στα Δωδεκάνησα η λειτουργία σχολείου απαιτούσε τεράστια ποσά για να χρηματιστούν οι τοπικοί άρχοντες προκειμένου να εκδώσουν την άδεια, με αποτέλεσμα οι Έλληνες να ανοίγουν παράνομα «κρυφά σχολεία». Μερικά από αυτά είναι γνωστά: Στην Ιερά Μονή Δημητσάνας (μαρτυρία Ευθυμίου Κατσόρχη, 1847), στη Μονή Στρατηγοπούλου ή Μονή Ντίλιου στο νησί των Ιωαννίνων, σε σπήλαιο της Ίου στα Βέργοια Λακωνίας, στην Ιερά Μονή Παναγίας Βαρνάκοβας Φωκίδας και σε πολλά άλλα μέρη.
Κατά τον ιστορικό Στήβεν Ράνσιμαν, «αν και η Υψηλή Πύλη δεν παρενέβη ποτέ στην Πατριαρχική Ακαδημία της Κωνσταντινουπόλεως, οι επαρχιακοί διοικητές ήταν ελεύθεροι να είναι όσο ήθελαν πιεστικοί και πολλοί απ’ αυτούς θεωρούσαν ότι η εκπαίδευση των μειονοτήτων ήταν εξαιρετικά ανεπιθύμητη. Επίσης είναι αμφίβολο αν οι τουρκικές αρχές στις επαρχίες επέτρεπαν να λειτουργήσουν ελληνικά σχολεία σε μεγάλη κλίμακα. Επίσημη απαγόρευση δεν υπήρξε ποτέ. Αλλά τα σχολικά κτίρια μπορούσαν να δημευθούν και οι μαθητές ως άτομα να υποβληθούν σε ταλαιπωρίες, έτσι ώστε στο τέλος να μην αξίζει τον κόπο να διατηρούνται τα σχολεία ανοιχτά».
Αλλά και ο Τρικούπης Σπυρίδων γράφει στην Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως: «Πρό τινος καιρού είχαν συσταθεί εν ταις πρωτευούσαις των Χανίων και της Ρεθύμνης δύο αλληλοδιδακτικά σχολεία. Αν και η περί της συστάσεως αυτών άδεια ηγοράσθη διά αδράς δαπάνης, και η διδασκαλία ήταν η συνήθης, τα σχολεία ταύτα εθεωρήθησαν σχολεία αποστασίας και πολέμου, εκλείσθησαν μεσούντος του Μαρτίου, και οι διδάσκαλοι εφυλακίσθησαν».
Ο Σπύρος Παπαγεωργίου μας θυμίζει επίσης, ότι όταν οι Άγγλοι έκλειναν τα γυμνάσια στην Κύπρο, οι μαθητές κατάφευγαν με τους καθηγητές τους στους ιερούς ναούς κι εκεί αναβίωνε το «κρυφό σχολειό» και κάτι ανάλογο γινόταν και στη βενετοκρατία, αλλά και τη γερμανική κατοχή.
Τελικά οι σχετικές αναφορές στην πορεία των αιώνων είναι πολλές και είναι αδύνατον να αναφερθούν όλες στο μικρό αυτό πόνημα. Ωστόσο είναι αρκετές για να απαντήσουν στη μερίδα των ερευνητών που αρνούνται την ύπαρξη του κρυφού σχολειού. Κατά τον ιστορικό Απόστολο Διαμαντή, χρησιμοποιούν το επιχείρημά τους σαν πολιτικό εργαλείο, και επιτίθενται μαζικά «εναντίον ενός ποιήματος και μιας ζωγραφιάς»… επιδιώκοντας την εξαφάνιση της έννοιας του «κρυφού σχολειού», που διασώζουν η παράδοση κι η τέχνη.
Ευτυχώς που εν τέλει βρέθηκαν πολλές σημαντικές καταγραφές σε κείμενα των συγκεκριμένων αιώνων κι έτσι δικαιώθηκαν… και ο Γύζης και ο Παλαμάς!

