Έως και 220.000 ευρώ μπορεί να φτάσει η αποζημίωση για ορισμένους εργαζομένους της Thyssenkrupp στο πλαίσιο του προγράμματος αναδιάρθρωσης, καθώς ο γερμανικός βιομηχανικός όμιλος προχωρά σε δραστική μείωση του προσωπικού του.
Ένα από τα μεγαλύτερα προγράμματα αναδιάρθρωσης στη γερμανική βιομηχανία βρίσκεται σε εξέλιξη στην Thyssenkrupp, με την εταιρεία να προβλέπει την κατάργηση περίπου 11.000 θέσεων εργασίας στον χαλυβουργικό της τομέα έως το 2030.
Σύμφωνα με στοιχεία που έγιναν γνωστά στο πλαίσιο του κοινωνικού σχεδίου για τους εργαζομένους, οι αποζημιώσεις αποχώρησης μπορούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να φτάσουν έως και τις 220.000 ευρώ. Το ύψος της αποζημίωσης συνδέεται μεταξύ άλλων με τα χρόνια υπηρεσίας και το ύψος του μισθού. Το ποσό αφορά το ανώτατο επίπεδο και δεν αποτελεί την τυπική αποζημίωση για όλους τους εργαζομένους.
Η Thyssenkrupp και η IG Metall έχουν συμφωνήσει να χρησιμοποιηθούν διαφορετικά εργαλεία για τη μείωση του προσωπικού, με στόχο να αποφευχθούν οι υποχρεωτικές απολύσεις. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι εθελούσιες αποχωρήσεις με αποζημίωση, η πρόωρη συνταξιοδότηση και η μετάβαση εργαζομένων σε ειδικές εταιρείες μεταφοράς και επανεκπαίδευσης.
Μείωση κατά 11.000 θέσεις
Ο χαλυβουργικός τομέας της Thyssenkrupp απασχολεί σήμερα περίπου 26.000 εργαζομένους. Μετά την ολοκλήρωση της αναδιάρθρωσης, ο αριθμός τους αναμένεται να μειωθεί περίπου στις 16.000. Παράλληλα, η παραγωγική δυναμικότητα θα περιοριστεί από περίπου 11,5 εκατομμύρια τόνους ακατέργαστου χάλυβα ετησίως σε 8,7 έως 9 εκατομμύρια τόνους. Το σχέδιο προβλέπει επίσης αλλαγές στο παραγωγικό δίκτυο και κλείσιμο εγκαταστάσεων, μεταξύ άλλων στο Μπόχουμ.
Η συμφωνία προβλέπει ότι οι εργαζόμενοι θα προστατεύονται από υποχρεωτικές απολύσεις στο πλαίσιο του σχεδίου, ενώ η προσαρμογή του προσωπικού θα πραγματοποιηθεί σταδιακά μέχρι το 2030.
Βαρύ κόστος για τη γερμανική βιομηχανία
Η αναδιάρθρωση αποτελεί μέρος της προσπάθειας της Thyssenkrupp να μειώσει το κόστος και να αντιμετωπίσει τις πιέσεις που δέχεται η γερμανική χαλυβουργία από την αδύναμη ζήτηση, το υψηλό ενεργειακό κόστος και τον διεθνή ανταγωνισμό.
Για τους εργαζομένους, το πρόγραμμα σημαίνει ότι χιλιάδες θέσεις εργασίας θα χαθούν τα επόμενα χρόνια, ενώ για όσους επιλέξουν την αποχώρηση προβλέπονται οικονομικά κίνητρα και δυνατότητες επαγγελματικής επανεκκίνησης.

