Σε έντονη αναστάτωση βρίσκεται το Κίεβο μετά την αιφνίδια ανακοίνωση της Ουάσινγκτον για προσωρινή διακοπή της αποστολής συγκεκριμένων οπλικών συστημάτων στην Ουκρανία.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια κρίσιμη χρονική συγκυρία, καθώς οι ρωσικές στρατιωτικές επιθέσεις εντείνονται στο ουκρανικό έδαφος.
Η αμερικανική κυβέρνηση, επικαλούμενη ανησυχίες για τον περιορισμό των δικών της στρατηγικών αποθεμάτων, αποφάσισε να αναστείλει προσωρινά την αποστολή εξοπλισμού όπως τα συστήματα αεράμυνας Patriot, οι πύραυλοι Hellfire, καθώς και συστήματα πυροβολικού υψηλής ακρίβειας.
Η ανακοίνωση αιφνιδίασε την ουκρανική ηγεσία, καθώς –σύμφωνα με το υπουργείο Άμυνας της Ουκρανίας– δεν υπήρξε καμία προηγούμενη επίσημη ενημέρωση από τις ΗΠΑ. Το Κίεβο κάλεσε τον Αμερικανό επιτετραμμένο Τζο Γκίνκελ να δώσει εξηγήσεις και του τόνισε ότι κάθε καθυστέρηση στη στρατιωτική υποστήριξη ενισχύει τη ρωσική επιθετικότητα και παρατείνει τον πόλεμο.
Η διακοπή της βοήθειας προκάλεσε βαθιά ανησυχία τόσο στις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις όσο και στην κοινωνία. Ουκρανοί αξιωματούχοι και στρατιωτικές πηγές υπογράμμισαν ότι χωρίς την αμερικανική στρατιωτική ενίσχυση, η δυνατότητα της χώρας να αντέξει απέναντι στον πολυπληθέστερο και καλύτερα εξοπλισμένο ρωσικό στρατό περιορίζεται σημαντικά.
Στους δρόμους του Κιέβου, κάτοικοι εξέφρασαν την απογοήτευσή τους με χαρακτηριστικές δηλώσεις: «Η Ουκρανία εγκαταλείπεται στα χέρια του Πούτιν», και «Όποιος σταματά να μας υποστηρίζει, παίρνει το μέρος του κακού».
Η αντίδραση της Μόσχας δεν άργησε να έρθει. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου χαιρέτισε την αμερικανική απόφαση, υποστηρίζοντας πως αυτή ενδέχεται να φέρει πιο κοντά το τέλος του πολέμου. Ωστόσο, αναλυτές όπως ο Shashank Joshi του RUSI διαφωνούν, εκτιμώντας ότι αντίθετα, το πάγωμα της βοήθειας μειώνει τις πιθανότητες η Ρωσία να καθίσει σοβαρά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι πρόσφατη έκθεση του αμερικανικού think tank CSIS είχε προειδοποιήσει για τον κίνδυνο αδυναμίας της Ουκρανίας να συνεχίσει την άμυνά της σε περίπτωση μείωσης της αμερικανικής στήριξης, υπογραμμίζοντας ότι οι ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν διαθέτουν τις δυνατότητες να καλύψουν το κενό.
