Ένα μυθιστόρημα της Μαίρης Μάκρα
(29η συνέχεια)
Έτσι χτυπάει την πόρτα το πεπρωμένο μας – (Λούντβιχ βαν Μπετόβεν)
***
(Σύνδεση με το προηγούμενο: Οι πόρτες της ζωής ανοιγοκλείνουν για την Ηρώ, ανάλογα με “Μέτρο αξιολόγησης των γεγονότων”, που έχει στο μυαλό του ο πατέρας Ιωάννης και η μαμά-Ευαγγελία. Μήπως θα ήταν καλύτερα -για το κορίτσι- να καταταγεί στον Στρατό και μάλιστα στις Ειδικές Δυνάμεις; Μπορεί να περνούσε καλύτερα! Όμως…ας θυμηθούμε… τα “γυμνάσια”- σε ψυχικό πεδίο- της κόρης τα έχει αναλάβει η “άγνοια”, η προσωπική ανεπάρκεια του φοβισμένου γονέα και η αγωνία μπροστά στο κοινωνικό “φαίνεσθαι”! Μόνο τότε;;;Απλώς, αναρωτιόμαστε!)
***
Ήταν Κυριακή πρωί. Ώρα πολιτικής ενημέρωσης για τον κύριο Ιωάννη — με εφημερίδα και ραδιόφωνο ταυτόχρονα, αλλάζοντας εναλλάξ τους ραδιοφωνικούς σταθμούς.
Η μαμά-Ευαγγελία στην κουζίνα. Ετοίμαζε το κυριακάτικο μενού. Κοκκινιστό; Λεμονάτο; Στην κατσαρόλα; Στον φούρνο; Α, αυτό το άφηνε για έκπληξη!
«Αν η μαμά έχει τα κέφια της, μπορεί να φάμε και τυρόπιτα!», σκεφτόταν η Ηρώ, που αυτή την ιδιαίτερη ώρα θα ήταν…
«Πού αλλού; Πάνω σε κανένα ντιβάνι, οκλαδόν, με όλα τα βιβλία γύρω της!», όπως σχολίαζε συχνά η μαμά-Ευαγγελία.
Πράγματι, κάπου εκεί θα την έβρισκε κανείς, αν την αναζητούσε. Με το κεφάλι χωμένο σε πυκνογραμμένες σελίδες βιβλίων, ανακάλυπτε έναν κόσμο αλλιώτικο.
«Πέραν της ύλης, πέραν του συνηθισμένου, πέραν της κοινής λογικής!», όπως έλεγε ο κύριος-Ιωάννης, όταν προσπαθούσε να εξηγήσει στη γυναίκα του τον δικό του έρωτα για τη φιλοσοφία. Κι αυτά τα θέματα ταίριαζαν πολύ με όλα όσα ενδιέφεραν την Ηρώ — τα διάβαζε μετά μανίας.
Διότι… μη φανταστεί κανείς ότι ο κύριος Ιωάννης είχε παραιτηθεί από την ανάγκη να κατασκοπεύει την κόρη του και να ελέγχει την κάθε της κίνηση ή πράξη!
Όχι, δα! Κανένας καλός πατέρας δεν θα άφηνε ανεξέλεγκτο το σπλάχνο του. Θα το έκανε αυτό ένας μπαμπάς-Ιωάννης, ειδικά τη στιγμή που είχε ανακαλύψει ότι το κορίτσι του είχε ερωτευθεί… τη Γνώση;
«Ἠράσθη τὸ εἰδέναι, Ευαγγελία!», φώναζε από το μέσα δωμάτιο με καμάρι, ενώ έψαχνε σχολαστικά τα βιβλία που διάβαζε η Ηρώ.
Ποιος ξέρει τι πληροφορίες να έκρυβαν μέσα τους; Κι αν έβλαπταν το τρυφερό της μυαλό; Καλού κακού, εκτός από το συρτάρι της, το ημερολόγιό της, το τσαντάκι και τις τσέπες της, έψαχνε τώρα και τα βιβλία της , όπου τα έβρισκε στοιβαγμένα: στο τραπεζάκι της, σε κανένα ράφι, ακόμα και στο πάτωμα, δίπλα στο κρεβάτι.
«Μα, πού τα βρίσκει όλα αυτά τα βιβλία;», ρώτησε παραξενεμένος την Ευαγγελία, σε μία από τις συζητήσεις τους με θέμα, φυσικά, την Ηρώ.
«Κάθε εβδομάδα της δίνω ένα μικρό χαρτζιλίκι κι αυτή το ξοδεύει στα βιβλιοπωλεία», απάντησε η Ευαγγελία, ανασηκώνοντας τους ώμους της. Με αποδοχή… στην κακή συνήθεια της κόρης τους; Στην καλή; Δεν ήξερε ούτε η ίδια.
Πάντως, το γεγονός αυτό δημιούργησε κάποια αμηχανία στους δύο γονείς. Τι έπρεπε να κάνουν τώρα; Να ανησυχήσουν ή να χαρούν που μόνο το διάβασμα την ενδιέφερε; Δεν έβρισκαν άκρη. Γι’ αυτό και άφησαν τα πράγματα ως είχαν , προς το παρόν. Πρόσθεσαν, όμως, και κάτι ακόμα στο οικογενειακό τους πρόγραμμα, για να έχουν όμορφες αναμνήσεις από τη ζωή τους μαζί:
«Κάθε Κυριακή βραδάκι θα βγαίνουμε βόλτα!»
Το ανακοίνωσε ο μπαμπάς! Καταχάρηκε η μαμά! Η Ηρώ… έπαθε κράμπα στο στομάχι.
«Να πηγαίνετε μόνοι σας. Εγώ μπορεί να κάνω κάτι άλλο το βραδάκι της Κυριακής!», τόλμησε να πει.
«Εσύ, κάτι άλλο! Δεν είμαστε καλά και δεν πάμε καθόλου καλά! Η οικογένεια, κόρη μου, δεν είναι ξέφραγο αμπέλι! Πρέπει να έχει συνοχή!», ύψωσε το δάχτυλο ο κύριος-Ιωάννης.
Και… βγήκαν όλοι μαζί: Ο πατέρας, η μητέρα, η κόρη και… όλος ο ντουνιάς!
***
«Πού πάει αυτός ο ντουνιάς!» δυσανασχέτησε ο μπαμπάς-Ιωάννης, στην πρώτη τους επίσημη έξοδο ως οικογένεια, προσπαθώντας ν’ ανοίξει δρόμο ανάμεσα στους τόσους ανθρώπους που πηγαινοέρχονταν κατά μήκος του παραλιακού δρόμου.
«Είναι η ώρα της βόλτας, βλέπεις!» σχολίασε η μαμά-Ευαγγελία, χαμογελώντας ευγενικά.
Με το κοινωνικό της προφίλ σε πλήρη ανάπτυξη, παραμέρισε λίγο για να δώσει προβάδισμα στην Ηρώ. Ο ένας πίσω από τον άλλον, περνούσαν πιο εύκολα τη στενή στροφή του δρόμου για να φτάσουν στο γνωστό ζαχαροπλαστείο με το περίφημο γαλακτομπούρεκο. Αντικριστά, ερχόταν το πλήθος που κινούταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Διασταυρώνονταν όλοι σ’ εκείνο το σημείο, και το στρίμωγμα — όσο να πεις — ήταν ενοχλητικό.
Ξαφνικά, ο κόσμος αναταράχτηκε. Ένα δυνατό «γκουπ» ακούστηκε, ακολουθούμενο από το βογγητό ενός άντρα. Ψηλός, ξανθός, διπλώθηκε στα δύο, βογκώντας από τον πόνο. Δεν ήξερε από πού του ήρθε η γροθιά στο στομάχι. Το ήξερε όμως ο μπαμπάς-Ιωάννης. Με άγρυπνο βλέμμα παρακολουθούσε κάθε κίνηση γύρω από την κόρη του, κοντά και μακριά. Είχε προλάβει να δει «το γελοίο υποκείμενο να γουρλώνει τα τσιμπλιάρικα μάτια του, λες κι ήθελε να την καταβροχθίσει!» — όπως εξηγούσε λίγα λεπτά αργότερα στην ταραγμένη Ευαγγελία. Ταυτόχρονα, πάσχιζαν και οι δύο να διακρίνουν πού είχε πάει η Ηρώ. Άφαντη! Είχε εξαφανιστεί!
Ο κόσμος γύρω τους δεν πρόλαβε να καταλάβει τι συνέβη. Ο κύριος Ιωάννης είχε ήδη απομακρυνθεί με βιαστικά βήματα, παριστάνοντας τον αδιάφορο.
«Κάποιοι χτυπήθηκαν!» ακούστηκε ανάμεσα στους συγκεντρωμένους.
«Ποιος; Με ποιον;» ρωτούσαν πολλοί.
«Άγνωστο! Τι να τα ψάχνουμε τώρα; Πολλά γίνονται μέσα στην πολυκοσμία!» απαντούσαν οι άλλοι.
Οι άνθρωποι συνέχισαν τη βόλτα τους. Η αύρα της θάλασσας μαλάκωνε τις καρδιές. Τα φώτα του παραλιακού δρόμου καθρεφτίζονταν στη θάλασσα.
Ποιος είχε διάθεση για ερωτήσεις και εξηγήσεις τέτοιες γλυκές ώρες; Η ζωή συνεχιζόταν… και το επεισόδιο έσβησε σαν μια ασήμαντη λεπτομέρεια, μέσα στο βουητό των ανθρώπων που είχαν βγει από τα σπίτια τους για να περάσουν καλά.
Μόνο για την Ηρώ δεν ήταν ασήμαντο. Ούτε λεπτομέρεια. Ήταν η ντροπή της ζωής της!
Είχε διακρίνει το γεμάτο θαυμασμό βλέμμα του νεαρού. Είχε ακούσει τα γλυκά λόγια που της ψιθύρισε, περνώντας ξυστά από δίπλα της. Ταυτόχρονα, όμως, είχε δει και τον αγριεμένο πατέρα της να ορμά καταπάνω του και να του χώνει τη γροθιά στο στομάχι. Δεν στάθηκε ούτε στιγμή να δει τη συνέχεια. Καταντροπιασμένη, άνοιξε το βήμα και απομακρύνθηκε όσο πιο γρήγορα και όσο πιο μακριά μπορούσε.
«Δεν τους γνωρίζω! Δεν ανήκω στην οικογένειά τους! Δεν ξέρω τίποτε γι’ αυτούς!» — της ερχόταν να φωνάξει. Να την ακούσουν όλοι. Να μη ντροπιαστεί κι αυτή τη φορά. Της έφτανε η ντροπή που κουβαλούσε για χρόνια, κάθε φορά που οι καβγάδες τους έκαναν τη γειτονιά να γελά.
Λίγο αργότερα, τη βρήκαν σ’ ένα παγκάκι, να κάθεται και να αγναντεύει το πέλαγος.
«Πάμε για γαλακτομπούρεκο. Τι κάθεσαι εδώ πέρα μόνη σου;» είπε μειλίχια η μαμά.
Η Ηρώ σηκώθηκε, στάθηκε απέναντί τους, τους κοίταξε κατάματα και είπε κοφτά, σαν να έδινε όρκο:
«Μαζί σας δεν ξαναπάω πουθενά. Που-θε-νά!»
Τόνισε συλλαβιστά την τελευταία λέξη και προχώρησε μπροστά. Από κοντά την ακολούθησε η μαμά-Ευαγγελία, χαμογελώντας αμήχανα στους περαστικούς, για να δείξει ότι… «δεν τρέχει τίποτε, κοριτσίστικα καμώματα».
Όσο για τον πατέρα-Ιωάννη, κούνησε το κεφάλι απογοητευμένος και το πήρε απόφαση: αυτό το αχάριστο πλάσμα δεν ήταν δικό του παιδί.
«Ανάγωγη! Πεισματάρα! Άχρηστο κορμί! Δε φταίει κανένας άλλος… εγώ φταίω που δε σε μαύρισα στο ξύλο όταν ήσουν μικρή! Για να μάθεις να με σέβεσαι!» μουρμούριζε σε όλο τον δρόμο, κι έφτασε στο σπίτι του τρεμάμενος από τη σύγχυση. Η Ευαγγελία έδωσε μάχη για να τον συνεφέρει. Τρεις κούπες χαμομήλι τού έφτιαξε, αλλά το στομάχι του δεν έλεγε να ησυχάσει. Το μόνο που τον παρηγορούσε ήταν ότι η γυναίκα του συμφωνούσε μαζί του.
«Από πού βγήκε αυτό το παιδί; Τέτοια σκληρότητα! Τέτοια δυστροπία!» επαναλάμβαναν και οι δύο, αλλάζοντας μόνο τη σειρά των λέξεων. Πότε ξεκινούσαν με το «τέτοια ιδιοτροπία!», πότε κατέληγαν στο «τέτοια σκληρότητα!». Όσο για τη φράση «από πού βγήκε αυτό το παιδί», την επανέλαβαν πολλές φορές, με πίκρα και καημό. Ύστερα — για να πάνε τα φαρμάκια κάτω — ήπιαν από ένα φασκόμηλο με μπόλικο μέλι, είπαν «ας όψεται που είναι φιλάσθενη!» και πήγαν για ύπνο.
«Τέλος πάντων, πέρασε κι αυτή η μαύρη νύχτα!» είπε το πρωί ο μπαμπάς. Και επειδή κάθε «μαύρη νύχτα» μας οδηγεί — θέλουμε δεν θέλουμε — σ’ ένα ξημέρωμα, οι γονείς αποφάσισαν από νωρίς: η Ηρώ θα μπορούσε να «εγγραφεί εις το Ινστιτούτο Ξένων Γλωσσών και να σπουδάσει την Αγγλικήν».
Έτσι το διατύπωσε επίσημα ο μπαμπάς· έτσι το έβαλε σε εφαρμογή και η Ηρώ. Μελετούσε με σοβαρότητα, επιμέλεια και βαθύ ενδιαφέρον την κάθε λέξη, τον κάθε ιδιωματισμό, τον κάθε γραμματικό και συντακτικό κανόνα της άγνωστης γλώσσας. Από το πρόγραμμα του Ινστιτούτου Ξένων Γλωσσών, φυσικά, δεν έχανε ούτε λεπτό.
«Θα παρακολουθείς το εντατικό τμήμα και θα έχεις δυο-τρεις ώρες μάθημα καθημερινά. Χώρια η μελέτη στο σπίτι» την ενημέρωσε ο μπαμπάς, αφού φρόντισε προσωπικά ο ίδιος για όλα τα διαδικαστικά.
Η Ηρώ δεν πατούσε στη γη από τη χαρά της. «Θα μάθω Αγγλικά! Θα πάρω όλα τα διπλώματα και θα τα διδάξω. Αργότερα, μπορεί να έχω και το δικό μου φροντιστήριο Ξένων Γλωσσών!» Ονειρευόταν.
***
«Πώς τη βλέπεις; Δε σου φαίνεται πως έχει αλλάξει;» ρώτησε η κυρία Ευαγγελία τον άντρα της, δύο μήνες αργότερα.
«Δηλαδή; Πώς έχει αλλάξει;» αναρωτήθηκε εκείνος, χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από την εφημερίδα.
Ήταν απόγευμα. Η Ηρώ ετοιμαζόταν για το μάθημά της. Την άκουγαν να τραγουδά στο μπάνιο, ενώ χτένιζε τα μαλλιά της.
«Είναι πολύ χαρούμενη. Λάμπει ολόκληρη!» είπε η μητέρα της με ένα χαμόγελο.
Ο κύριος Ιωάννης έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα ακίνητος, με την εφημερίδα στο χέρι, να κοιτάζει στο κενό. Ύστερα σηκώθηκε από την καρέκλα, έκανε δυο-τρεις βόλτες στο δωμάτιο και ξαφνικά στάθηκε μπροστά στη γυναίκα του.
«Λάμπει ολόκληρη; Και για ποιο λόγο; Τι είναι αυτό το τόσο σπουδαίο που της συμβαίνει ώστε να λάμπει ολόκληρη;»
Η απειλητική χροιά στη φωνή του έκοψε την καλή διάθεση της Ευαγγελίας.
«Κακό που μας βρήκε!» σκέφτηκε, μα προσπάθησε να κρύψει την απρόσμενη ταραχή της.
«Γιατί το λες αυτό; Υποψιάζεσαι κάτι;» ρώτησε χαμηλόφωνα.
«Γιατί; Εσύ δεν υποψιάζεσαι;»
Τη στραβοκοίταξε με βλέμμα βαρύ, σχεδόν επιτιμητικό.
«Εγώ; Τι να σου πω… Πιστεύω πως είναι χαρούμενη γιατί της αρέσουν τα Αγγλικά!»
Ανασήκωσε τους ώμους, με μια δόση αμφιβολίας.
«Αχ, βρε γυναίκα! Πόσο αφελής είσαι!»
Ξεφύσησε επιδεικτικά.
«Τέλος πάντων… μπορεί να ’ναι κι έτσι. Εγώ, πάντως, μόνο ερωτευμένους έχω δει να λάμπουν έτσι — χωρίς λόγο. Είμαστε σίγουροι ότι πάει μόνο στο μάθημα; Μήπως ξεμυαλίστηκε μ’ κανέναν και μας κοροϊδεύει; Ε; Πες μου, είσαι σίγουρη;»
Στεκόταν όρθιος, σκυμμένος από πάνω της, γεμάτος καχυποψία.
«Άντε παραπέρα, Χριστιανέ μου! Πάνω από το κεφάλι μου! Λες και μ’ εξομολογεί ο παπάς! Μπα σε καλό σου!»
Η Ευαγγελία ανακάθισε ταραγμένη και, καθώς το ένστικτο τη νίκησε, έφτυσε στον κόρφο της να ξορκίσει το κακό.
Ο κύριος Ιωάννης ούτε που την άκουσε. Συνέχισε να μονολογεί, λες και μιλούσε στον τοίχο:
«Δε γεννήθηκε ακόμα ο άνθρωπος που θα κοροϊδέψει τον Ιωάννη! Θα το ξετρυπώσω το πράγμα, και τότε… θα σου τρίψω την αλήθεια στη μούρη, ρεμπεσκέ!»
Ποιος ήταν τώρα ο “ρεμπεσκές”; Ψάξε να βρεις…
Ίσως ο άγνωστος Χ παράγοντας, που απειλούσε την οικογενειακή του γαλήνη. Ποιος να ξέρει τι — ή ποιος — μπορεί να τρυπώσει στο περιφραγμένο βασίλειο ενός αφοσιωμένου πατέρα;
Ο κύριος Ιωάννης δεν είπε άλλη κουβέντα . Κοίταξε μονάχα το ρολόι του και γρήγορα υπολόγισε: σε μισή ώρα άρχιζε το μάθημα των Αγγλικών. Θα πήγαινε εκεί η «τσούπρα» ή είχε πάρει κανέναν άλλο δρόμο;
Το αίμα χτύπησε δυνατά στις φλέβες του. Χωρίς να χάσει λεπτό, φόρεσε το καπέλο του κι έφυγε από το σπίτι. Περπατούσε βιαστικά, με το βλέμμα καρφωμένο μπροστά. Έφτασε, ευτυχώς εγκαίρως, στην κοντινή πλατεία και χώθηκε πίσω από το περίπτερο, απέναντι ακριβώς από το Φροντιστήριο Ξένων Γλωσσών. Εκεί θα την παραμόνευε.
Δέκα λεπτά πέρασαν κι έμοιασαν αιώνας.
Ώσπου, νάτη! Η κόρη του εμφανίστηκε από μακριά. Με βήμα ανάλαφρο διέσχιζε την πλατεία.
«Για να δούμε… θα πάει στο μάθημα ή θα στρίψει σε κανένα από τα… ύποπτα στενάκια;»
Ο νους του μπαμπά Ιωάννη έστηνε ήδη σενάρια. Μα τον έκοψε εκείνη η άγνωστη, ανδρική φωνή:
«Ηρώώώ!»
«Όπα! Την πιάσαμε!» μουρμούρισε ο Ιωάννης, κι έμεινε καρφωμένος στη θέση του. Περίμενε. Ήθελε να βεβαιωθεί.
Η Ηρώ γύρισε ολόκληρη προς το μέρος απ’ όπου ακούστηκε η φωνή. Την ίδια στιγμή, ο Ιωάννης έγειρε λίγο έξω απ’ την κρυψώνα του, για να δει προς τα πού θα στρίψουν. Θα μπουν σε κανένα σκοτεινό σοκάκι, όπως το φοβόταν;
Το μυαλό του θόλωσε. Έχασε τον έλεγχο του χρόνου και των κινήσεών του. Και τότε έγινε το μοιραίο: η Ηρώ τον είδε. Τον πρόλαβε με το βλέμμα τη στιγμή που, αδέξια, τραβιόταν πίσω από το περίπτερο.
«Θα μου το πληρώσεις αυτό! Δεν ξέρω πώς, αλλά θα μου το πληρώσεις, ω πατέρα, που δε με γνώρισες, ούτε θα με γνωρίσεις ποτέ!», μουρμούρισε, στάζοντας ολόκληρη πίκρα.
Στο μεταξύ, ο νεαρός άνδρας που την είχε φωνάξει λίγο πριν είχε φτάσει κοντά της. Ήταν συμμαθητής της από τα Αγγλικά. Τη σταμάτησε μόλις την είδε, για να πάνε μαζί στο μάθημα. Η Ηρώ τον χαιρέτησε και τον παρέσυρε, επίτηδες, προς το περίπτερο.
«Καραμέλες ευκαλύπτου, παρακαλώ», είπε στον περιπτερά. Κι ενώ περίμενε τα ρέστα, ρώτησε δυνατά τον συμμαθητή της, υπολογίζοντας ότι θα την άκουγε ο κρυμμένος πατέρας:
«Έγραψες την έκθεση που μας έβαλε ο δάσκαλος;»
«Όχι, δεν πρόλαβα», απάντησε εκείνος.
«Πάμε, γιατί αργήσαμε. Το μάθημα θα έχει αρχίσει!», είπε πάλι δυνατά. Μέσα της ένιωσε μια παράξενη ικανοποίηση, ανακατεμένη με μπόλικη θλίψη.
Προχώρησαν με ταχύ βήμα προς το «Φροντιστήριο Ξένων Γλωσσών». Μπήκαν στη μεγάλη πόρτα της πρόσοψης, που έκλεισε πίσω τους.
Ο κύριος Ιωάννης βγήκε από την κρυψώνα του. Αγέρωχος κι ευθυτενής, διέσχισε την πλατεία. Πέρασε από την αγορά, χαιρέτησε φίλους και γνωστούς, προμηθεύτηκε αγαθά πρώτης ποιότητας – όπως πάντα – και γύρισε σπίτι του.
Έλα, όμως, που όσο κι αν προσπαθούσε, δεν ησύχαζε! Εκείνο το «Ηρώ», ως προσφώνηση από έναν άνδρα, έστω και συμμαθητή της κόρης του. δεν μπορούσε να το χωνέψει! Πηγαινοερχόταν μέσα στο σπίτι, πάνω-κάτω, από δωμάτιο σε δωμάτιο· μονολογούσε ο άνθρωπος! Κι αυτή η Ευαγγελία δεν ήταν εκεί, να ακούσει τις ανησυχίες του. Ποιος ξέρει πού γύριζε πάλι! Σε καμιά γειτόνισσα, όπως πάντα…
Και να ’τος τώρα, ολομόναχος, να μιλάει στους τοίχους!
«Ακούς εκεί “Ηρώ”! Στον πληθυντικό και με το “δεσποινίς” μπροστά από το επώνυμο απευθυνόμασταν στις συμφοιτήτριές μας εμείς, τότε, σαν ήμασταν νεαροί φοιτητές! Τουλάχιστον στην αρχή, γιατί είχαμε σεβασμό, αξιοπρέπεια και… τίποτε πονηρό στο μυαλό μας! Κι αυτός! Πότε πρόλαβε να τη γνωρίσει καλά; Και στους πρώτους μήνες… αμέσως “Ηρώ”! Ο αναιδής! Ποιος ξέρει τι έχει βάλει στο μυαλό του! Δεν είναι και κανένα παιδαρέλι αμούστακο… Θα ’χει περάσει τα τριάντα! Άντρας μεστωμένος! Αν την έχει βάλει στο μάτι… θα την καταφέρει!»
Κρύος ιδρώτας τον έλουσε. Πώς θα προλάβαινε το κακό; Μέσα σε λίγες ώρες, εκείνος ο αχρείος θα μπορούσε να τσαλαβουτήξει την κόρη του… τη δική του κόρη!… στον βούρκο!
Ο άμοιρος Ιωάννης υπέφερε και μόνο με τη σκέψη.
Κι όμως, κατάφερε να συγκρατηθεί…μέχρι το βράδυ.
Το βράδυ, λοιπόν, –κι αφού τελείωσαν το φαγητό– ρώτησε, έτσι αδιάφορα, για τα νέα της ημέρας. Η Ευαγγελία ανέφερε κάτι… για κάποια «κομψευόμενη» της γειτονιάς που «κεράτωνε» τον άντρα της. Εντάξει, την άκουσε ο κύριος Ιωάννης, της χαμογέλασε μάλιστα, αλλά δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στα λεγόμενά της. Βιαζόταν ο άνθρωπος ν’ ακούσει τα νέα της κόρης του. Κι από το ύφος της, κι από τον τόνο της φωνής της –εκείνος, ως έμπειρος– θα έβγαζε τα συμπεράσματα για τη «σχέση» της, αν υπήρχε, με τον «συμμαθητή»…
Εκείνη, όμως, δεν ανέφερε τίποτε! Κάτι είπε για το μάθημα, αλλά για τη συνάντηση με τον συμμαθητή… τίποτε! Αν ήταν αθώα τα πράγματα, δεν θα έπρεπε να πει κάτι; Έτσι, βρε αδερφέ, όπως λέμε τα νέα μας! Φως φανάρι, κάτι τους έκρυβε. Σε ποιους; Στους γονείς της!
Ε, όχι πια! Είχε χρέος ιερό, ως πατέρας, να λάβει τα μέτρα του. Με τρόπο, όμως, για να έχει το δίκιο με το μέρος του.
Σηκώθηκε, χαμογελώντας αινιγματικά. Πήγε στο υπνοδωμάτιό του, ανακάτεψε κάτι χαρτιά, βρήκε αυτό που ήθελε κι επέστρεψε χαμογελαστός στην κουζίνα.
«Τι λέει αυτό, κόρη μου; Είναι ένα αγγλικό κείμενο και το χρειάζομαι για τη δουλειά μου. Μπορείς να μου το μεταφράσεις;»
Το ξεδίπλωσε και το ακούμπησε στο τραπέζι, μπροστά της. Η Ηρώ το κοίταξε… το προσπάθησε… αρκετές λέξεις γνωστές, αλλά…
«Μα, μπαμπά, εγώ είμαι ακόμα στα πρώτα στάδια. Αυτό είναι δύσκολο κείμενο για μένα!»
Απολογήθηκε σχεδόν και ζήτησε με το βλέμμα τη συμπαράσταση της μαμάς. Εκείνη, όμως, ανασήκωσε τα φρύδια, σαν να έλεγε «ας πρόσεχες!», και συνέχισε να τρίβει με σύρμα τον μαρμάρινο νεροχύτη. Ο μπαμπάς-Ιωάννης στάθηκε μπροστά της, υψώνοντας το ανάστημά του για να δηλώσει τη σοβαρότητα της κατάστασης, και ρώτησε αυστηρά:
«Δεν καταλαβαίνεις ένα μικρό κείμενο σαν αυτό;» έδειξε με το δάχτυλο το χαρτί που κρατούσε ακόμα η Ηρώ.
«Δηλαδή, θέλεις να πεις ότι τσάμπα ξοδεύω τα λεφτά μου στο φροντιστήριο; Λυπάμαι, παιδί μου, αλλά έχω ιερό χρέος απέναντί σου, ως γονιός! Οφείλω να κρατάω γερά το τιμόνι για να σε οδηγήσω σωστά! Τέρμα, λοιπόν, τα μαθήματα στο Φροντιστήριο Ξένων Γλωσσών. Αν σ’ αρέσουν τα αγγλικά, να πάρεις μια μέθοδο άνευ διδασκάλου. Όποιος είναι άξιος, μαθαίνει και μόνος του. Να μη χάνεις και τον χρόνο σου στους δρόμους! Κατάλαβες;»
Κατάλαβε πολλά η Ηρώ. Και, για να μην αρχίσει να κοπανάει το κεφάλι της στους τοίχους –όπως της είχε δείξει το παράδειγμα ο σεβαστός της μπαμπάς– δεν έχασε χρόνο.
Πρωί-πρωί την άλλη μέρα, πήρε τον δρόμο για τα βιβλιοπωλεία της μικρής τους πόλης. «Ευτυχώς που υπάρχουν κι αυτά», σκεφτόταν, μπαίνοντας από το ένα στο άλλο με συγκρατημένη χαρά. Ποιος ξέρει; Μπορεί κι αυτή τη βόλτα να της την απαγόρευαν κάποια μέρα οι στοργικοί της γονείς! Ας ήταν, λοιπόν, επιφυλακτική με τα όνειρά της…
Παρ’ όλ’ αυτά, όταν επέστρεψε στο σπίτι, είχε μαζί της μία «Μέθοδο Αγγλικής Άνευ Διδασκάλου», δύο-τρία τετράδια και μία κάρτα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης.
«Τι είναι τούτο πάλι;» απόρησε η μαμά-Ευαγγελία.
«Πέρασα από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη, μια και ήταν στον δρόμο μου. Γράφτηκα μέλος και μ’ αυτή την κάρτα θα δανείζομαι βιβλία!»
Η χαρά της ήταν ολοφάνερη! Η μαμά, όμως, δεν το πρόσεξε. Με συνοφρυωμένα φρύδια επεξεργαζόταν τον απέναντι τοίχο και ειδικότερα το κουρτινόξυλο.
«Να το αλλάξω; Πάλιωσε! Και τις κουρτίνες πρέπει ν’ αλλάξω. Ένα μπεζ χρώμα θα ταίριαζε πιο καλά στο ντιβανο-μπαούλο!»
Φάνηκε ικανοποιημένη από τις σκέψεις της και χαμογέλασε, ενώ το βλέμμα της έπεσε τυχαία πάνω στην Ηρώ. Από το ύφος της κατάλαβε ότι κάτι της είχε πει, αλλά…
«Τι είπες;» ενδιαφέρθηκε.
«Θα δανείζομαι βιβλία από τη βιβλιοθήκη!» επανέλαβε κάπως κοφτά.
«Α, καλά! Κοίτα, όμως, να κάνεις και καμιά χρήσιμη δουλειά!»
Την προσπέρασε, αφήνοντάς της στο χέρι ένα ξεσκονόπανο.
***
