Γράφει ο *Κωνσταντίνος Μπαλωμένος
Η Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας, που υπογράφηκε στις 7 Αυγούστου 2026 από τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία και το Πακιστάν, προκάλεσε έντονη συζήτηση για την επιχειρησιακή της αξιοπιστία, καθώς αντιμετωπίζει το πρώτο της τεστ με τις επιθέσεις των Χούθι στη Σαουδική Αραβία χωρίς επίσημο αίτημα ενεργοποίησης.
Η υπογραφή της «Συμφωνίας Κοινής Άμυνας της Μέκκας», στις 7 Αυγούστου 2026, από τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία και το Πακιστάν προκάλεσε έντονη γεωπολιτική συζήτηση, καθώς εισάγει ένα νέο σχήμα αμοιβαίας αμυντικής δέσμευσης σε μια περιοχή όπου οι ισορροπίες ασφαλείας μεταβάλλονται ταχύτατα.
Ιδιαίτερη συζήτηση προκάλεσε μάλιστα, η πρόβλεψη για αμοιβαία άμυνα μεταξύ των τριών συμβαλλόμενων μερών, σύμφωνα με την οποία μια ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον και των υπολοίπων.
Μια ρήτρα που παραπέμπει ευθέως στη λογική του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ και προσδίδει στη συμφωνία ιδιαίτερο στρατηγικό βάρος, καθώς επιχειρεί να μετατρέψει την πολιτική σύγκλιση των τριών χωρών σε συγκεκριμένη δέσμευση συλλογικής άμυνας.
Για τον λόγο αυτό, πολλοί αναλυτές μίλησαν για τη δημιουργία ενός «Ισλαμικού ΝΑΤΟ», αποδίδοντας στη συμφωνία χαρακτηριστικά μιας νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής συλλογικής ασφάλειας, ικανής να μεταβάλει τις ισορροπίες ισχύος στην ευρύτερη περιοχή. Ωστόσο, ανάμεσα στη διακήρυξη μιας νέας συμμαχίας και στην πραγματική λειτουργία ενός αποτελεσματικού μηχανισμού συλλογικής άμυνας υπάρχει μια κρίσιμη παράμετρος, που θα κρίνει αν η συμφωνία θα παραμείνει στο επίπεδο των διακηρύξεων και των επικοινωνιακών συμβολισμών ή αν θα λάβει σάρκα και οστά στην πράξη.
Τα τελευταία γεγονότα με τις συνεχείς επιθέσεις των Χούθι και τα πλήγματα κατά ενεργειακών, στρατιωτικών και κρίσιμων υποδομών της Σαουδικής Αραβίας, επιβεβαιώνουν τον ανωτέρω προβληματισμό.
Το πρώτο πραγματικό τεστ
Στο πλαίσιο αυτό, η εν λόγω συμφωνία βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με το πρώτο πραγματικό τεστ της επιχειρησιακής της αξιοπιστίας.
Το γεγονός ότι, παρά την κλιμακούμενη απειλή ασφάλειας που αντιμετωπίζει η Σαουδική Αραβία, δεν έχει μέχρι σήμερα υποβληθεί επίσημο αίτημα ενεργοποίησης της συμφωνίας προς την Τουρκία και το Πακιστάν, γεννά εύλογα ερωτήματα για το επίπεδο επιχειρησιακής ετοιμότητας και την πραγματική λειτουργικότητα του νέου αμυντικού σχήματος.
Μήπως λοιπόν, η «Συμφωνία της Μέκκας» είναι κενής περιεχομένου και κινδυνεύει να παραμείνει, μια ισχυρή πολιτική διακήρυξη χωρίς αντίστοιχο επιχειρησιακό αποτύπωμα;
Η απάντηση, δεν μπορεί να δοθεί μόνο από τα γεγονότα της τρέχουσας κρίσης, αλλά απαιτείται να αποκωδικοποιηθεί η συμφωνία και να εξεταστούν οι στρατηγικές επιδιώξεις, αλλά και οι εγγενείς αντιφάσεις των τριών εταίρων.
Υπό το πρίσμα αυτό, θα πρέπει να εξεταστούν ορισμένες κρίσιμες παράμετροι:
Πρώτον, η ετερογένεια των στρατηγικών συμφερόντων. Η Σαουδική Αραβία αναζητά ένα ευρύτερο πλαίσιο περιφερειακής ασφάλειας, ενώ η Τουρκία και το Πακιστάν προσέρχονται στη συμφωνία με διαφορετικές γεωπολιτικές προτεραιότητες, διαφορετικές σχέσεις με τους περιφερειακούς δρώντες και διαφορετικούς υπολογισμούς ως προς το κόστος μιας στρατιωτικής εμπλοκής.
Δεύτερον, η απουσία κοινής επιχειρησιακής παράδοσης. Η δημιουργία ενός μηχανισμού συλλογικής άμυνας δεν εξασφαλίζει αυτομάτως κοινή στρατιωτική κουλτούρα, διαλειτουργικότητα, κοινές διαδικασίες διοίκησης και ελέγχου ή προκαθορισμένους μηχανισμούς αντίδρασης.
Τρίτον, το θεσμικό και επιχειρησιακό έλλειμμα της συμφωνίας δεν επιτρέπει τη σύγκριση με το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ.
Το ΝΑΤΟ είναι ένας θεσμικός μηχανισμός που στηρίζεται σε δεκαετίες κοινής στρατιωτικής εκπαίδευσης, διαλειτουργικότητας, διαδικασιών διοίκησης και ελέγχου, κοινών προτύπων, δομών σχεδιασμού και συνεχούς πολιτικο-στρατιωτικού συντονισμού.
Η Συμφωνία της Μέκκας δεν διαθέτει ακόμη αυτό το βάθος θεσμικής και επιχειρησιακής συγκρότησης.
Τέταρτο και σημαντικότερο, η ίδια η ρήτρα αμοιβαιότητας αποτελεί το μεγάλο τεστ της συμφωνίας. Το γεγονός ότι μια ένοπλη επίθεση εναντίον ενός μέλους θεωρείται επίθεση εναντίον και των τριών, δημιουργεί μια ισχυρή πολιτική και αποτρεπτική δέσμευση.
Το πραγματικό ερώτημα όμως, είναι τι ακολουθεί όταν η δέσμευση αυτή κληθεί να μετατραπεί σε συγκεκριμένη στρατιωτική συνδρομή.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία του ανωτέρω προβληματισμού. Η Σαουδική Αραβία βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με κλιμακούμενες επιθέσεις των Χούθι και σύμφωνα με πρόσφατες αναφορές, αναζητά πρόσθετη στρατιωτική και πληροφοριακή υποστήριξη από διαφορετικούς εταίρους.
Το Πακιστάν βρίσκεται μεταξύ αυτών, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι το Ριάντ φέρεται να ζήτησε, μέσω των ΗΠΑ, τη συνδρομή του Ισραήλ σε επίπεδο πληροφοριών για τις θέσεις και τις επιχειρησιακές δυνατότητες των Χούθι.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, γιατί δείχνει ότι, όταν η απειλή μετατρέπεται από θεωρητικό σενάριο σε άμεση επιχειρησιακή ανάγκη, τα κράτη αναζητούν πρωτίστως εκείνες τις δυνατότητες που μπορούν να παραχθούν άμεσα και αποτελεσματικά, ανεξάρτητα από το εάν προέρχονται από τον στενό πυρήνα μιας νέας συμμαχίας.
Την ίδια στιγμή, οι εταίροι της στη Συμφωνία της Μέκκας δηλώνουν ότι δεν έχει υποβληθεί επίσημο αίτημα ενεργοποίησής της τριμερούς συμφωνίας.
Αυτό βέβαια, δεν αποδεικνύει ότι η συμφωνία είναι «κενή περιεχομένου», αλλά αναδεικνύει εμφατικά το χάσμα ανάμεσα στην πολιτική δέσμευση και την επιχειρησιακή της αξιοπιστία.
Γιατί τελικά, δεν αρκεί να υπογράφεις μια ρήτρα συλλογικής άμυνας. Πρέπει να μπορείς να αποδείξεις, ότι αυτή λειτουργεί όταν εμφανιστεί η πρώτη πραγματική κρίση.
Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, το κρίσιμο ζήτημα παραμένει εάν τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να μετατρέψουν την πολιτική δέσμευση σε συγκεκριμένη αποτρεπτική και επιχειρησιακή ικανότητα.
Υπό αυτή την έννοια, η συνεργασία που φέρεται να αναπτύσσεται μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ισραήλ, μέσω αμερικανικής διαμεσολάβησης, αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της διαφοράς ανάμεσα στη διακήρυξη μιας στρατηγικής σχέσης και στην παραγωγή άμεσης επιχειρησιακής αξίας.
Διαχρονική παθογένεια
Υπό αυτά τα δεδομένα, αναδεικνύεται για ακόμη μία φορά μια διαχρονική παθογένεια στον τρόπο με τον οποίο στην Ελλάδα αναλύονται και σχολιάζονται οι διεθνείς εξελίξεις, καθώς κυριαρχεί η τάση να αντιμετωπίζεται κάθε νέα γεωπολιτική εξέλιξη ως ένα άμεσο παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, στο οποίο εάν κάποιος ενισχύεται, η Ελλάδα αυτομάτως χάνει.
Η υπογραφή της Συμφωνίας της Μέκκας αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της λογικής.
Η πρώτη ανάγνωση μετά τη σύναψη της συμφωνίας στις αρχές Αυγούστου κινήθηκε σε μεγάλο βαθμό γύρω από τον κίνδυνο περιθωριοποίησης της Ελλάδας από τη νέα σχέση Ριάντ – Άγκυρας, την ανατροπή των ισορροπιών που είχε δημιουργήσει η στρατηγική συνεργασία Ελλάδας – Σαουδικής Αραβίας και συνακόλουθα, την ανάγκη επανεξέτασης της ελληνικής στρατιωτικής παρουσίας στο Ριάντ.
Ακόμη και η συζήτηση για τους Patriot μετατοπίστηκε γρήγορα από το επιχειρησιακό ερώτημα της χρησιμότητας της αποστολής, στο γεωπολιτικό ερώτημα εάν η Ελλάδα θα πρέπει να διατηρεί στρατιωτική παρουσία σε μια χώρα που έχει πλέον υπογράψει συμφωνία αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής με την Τουρκία.
Επίσης, η πρόταση για μετατροπή της ανανέωσης της ελληνικής αποστολής από ετήσια σε μηνιαία διαδικασία αξιολόγησης, μπορεί να ιδωθεί ακριβώς υπό αυτό το πρίσμα.
Πρόκειται για μια αντίδραση που φαίνεται να διαμορφώθηκε υπό την πίεση της πρώτης ανάγνωσης μιας νέας γεωπολιτικής πραγματικότητας, πριν ολοκληρωθεί η συνολική στρατηγική της αποκωδικοποίηση.
Γιατί η μηνιαία επανεξέταση της παραμονής των Patriot στη Σαουδική Αραβία δεν συνιστά από μόνη της στρατηγική απάντηση στη Συμφωνία της Μέκκας, αλλά μια σπασμωδική ενέργεια σε ένα νέο γεωπολιτικό δεδομένο, που κινδυνεύει να εγκλωβίσει την ελληνική εξωτερική στρατηγική σε ένα αδιέξοδο διαρκούς επανεκτίμησης και αμυντικής αναδίπλωσης, αντί να αναζητήσει τρόπους αξιοποίησης της υφιστάμενης ελληνικής παρουσίας για την αναβάθμιση της στρατηγικής της σχέσης με το Ριάντ.
Ειδικότερα, σε σχέση με το εν λόγω ζήτημα, η στρατηγική της χώρας για την παραμονή η όχι των Patriot στη Σαουδική Αραβία δεν πρέπει να καθορίζεται σε σχέση με το εάν το Ριάντ υπέγραψε τριμερή αμυντική συμφωνία με την Τουρκία και το Πακιστάν, αλλά από ένα ευρύτερο και σαφώς προσδιορισμένο σύνολο στρατηγικών κριτηρίων.
Στο πλαίσιο αυτό, πολύ σωστά ο Υπουργός Εξωτερικών κ. Γεραπετρίτης έχει επισημάνει ότι η στρατηγική σχέση Ελλάδας –Σαουδικής Αραβίας είναι «πολύ πάνω και πέρα από οποιαδήποτε ευκαιριακή συγκυρία» και ότι η απόφαση για την ελληνική συστοιχία θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις γεωπολιτικές, διπλωματικές αλλά και επιχειρησιακές παραμέτρους.
Παράλληλα, έχει αναγνωριστεί η ευρύτερη αξία της αποστολής για την προστασία κρίσιμων υποδομών, την ενεργειακή ασφάλεια, την εκπαίδευση του προσωπικού και τη δοκιμή των συστημάτων σε πραγματικές συνθήκες.
Επίσης, δεν μπορεί από τη μία πλευρά να αναδεικνύεται επικοινωνιακά η επιχειρησιακή επιτυχία της ελληνικής συστοιχίας Patriot, όταν αυτή έχει αναχαιτίσει ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους και έχει αποδείξει στην πράξη την επιχειρησιακή της αξία για την προστασία κρίσιμων υποδομών της Σαουδικής Αραβίας, και από την άλλη, να αντιμετωπίζεται η ίδια παρουσία ως μια αποστολή που πρέπει να επανεξετάζεται διαρκώς με ορίζοντα την ενδεχόμενη απόσυρσή της.
Επομένως, εάν πράγματι αντιμετωπίζουμε τη Σαουδική Αραβία ως στρατηγικό εταίρο και την ελληνική παρουσία ως στοιχείο της ευρύτερης γεωπολιτικής μας θέσης στην περιοχή, τότε το ερώτημα δεν μπορεί να είναι απλώς εάν θα ανανεώνεται κάθε μήνα η παραμονή μιας πυροβολαρχίας, αλλά τι στρατηγική αξία μπορεί να παραχθεί από αυτή την παρουσία.
Μια τέτοια αξιολόγηση οδηγεί σε ένα εντελώς διαφορετικό ερώτημα.
Το ερώτημα δεν είναι «μένουν ή φεύγουν οι Patriot;», αλλά «πώς αξιοποιείται η ελληνική παρουσία ώστε να παραχθεί μεγαλύτερη στρατηγική αξία για την Ελλάδα;».
Η διαφορά δεν αφορά απλώς στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την κατάσταση, αλλά τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζουμε τη στρατηγική μας.
Στην πρώτη περίπτωση, η Ελλάδα αντιδρά σε μια εξέλιξη που δημιούργησε η Τουρκία, ενώ στη δεύτερη, επιχειρεί να αξιοποιήσει ένα υφιστάμενο ελληνικό πλεονέκτημα για να διαμορφώσει τις εξελίξεις.
Συνεπώς, η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα δεν πρέπει να προσεγγίζεται αποσπασματικά και σπασμωδικά, υπό την πίεση της εκάστοτε συγκυρίας, αλλά μέσα από μια συνολική στρατηγική ανάγνωση, η οποία θα αναζητά όχι μόνο τους νέους περιορισμούς αλλά και τις δυνατότητες που δημιουργούνται για την Ελλάδα, ώστε να ενισχύσει τη στρατηγική της θέση.
Υπό το πρίσμα αυτό, οι τελευταίες κινήσεις του Ριάντ δείχνουν ότι η Σαουδική Αραβία δεν εγκαταλείπει τη στρατηγική της πολυμέρειας για να προσδεθεί σε έναν και μόνο άξονα.
Αντιθέτως, η συμπεριφορά της μέσα στην τρέχουσα κρίση δείχνει ότι αναζητά διαφορετικές δυνατότητες από διαφορετικούς εταίρους, ανάλογα με το τι μπορεί ο καθένας να της προσφέρει.
Η αναζήτηση συνδρομής από το Ισραήλ, μέσω αμερικανικής διαμεσολάβησης, είναι ενδεικτική ακριβώς αυτής της λογικής.
Διαφορετικά δεδομένα για την Ελλάδα
Το γεγονός αυτό, δημιουργεί διαφορετικά δεδομένα για την Ελλάδα.
Συγκεκριμένα, η Συμφωνία της Μέκκας δεν αποδυναμώνει ούτε ακυρώνει την ελληνική στρατηγική σχέση με το Ριάντ.
Αντίθετα, δημιουργεί ένα νέο περιβάλλον μέσα στο οποίο η Ελλάδα, καλείται να επαναπροσδιορίσει το δικό της στρατηγικό αποτύπωμα.
Ειδικότερα, για την Ελλάδα, η εν εξελίξει κρίση μεταξύ Χούθι και Σαουδικής Αραβίας, αποτελεί ένα πραγματικό στρατηγικό παράθυρο ευκαιρίας.
Η Ελλάδα διαθέτει ήδη ένα σημαντικό πλεονέκτημα, καθώς έχει διαμορφώσει μια θεσμοθετημένη στρατηγική σχέση με τη Σαουδική Αραβία, στρατιωτική συνεργασία και κυρίως, έχει διαθέσει μια ελληνική συστοιχία Patriot που βρίσκεται στο σαουδαραβικό έδαφος από το 2021 και προστατεύει κρίσιμες υποδομές της χώρας.
Η αποστολή έχει πλέον αποκτήσει πραγματική επιχειρησιακή εμπειρία, ενώ η Αθήνα και το Ριάντ συνεχίζουν να χαρακτηρίζουν τη σχέση τους στρατηγική.
Επομένως, η ελληνική απάντηση στη Συμφωνία της Μέκκας δεν θα πρέπει να είναι μια αντανακλαστική κίνηση απομάκρυνσης από τη Σαουδική Αραβία, αλλά η αναβάθμιση της ελληνικής προσφοράς προς τη Σαουδική Αραβία.
Απαιτείται επομένως, η μετατροπή αυτής της επιχειρησιακής παρουσίας σε μια ευρύτερη αμυντική στρατηγική συνεργασία με το Ριάντ, με επίκεντρο όχι μόνο την αντιαεροπορική άμυνα, αλλά και την προστασία κρίσιμων υποδομών, την αντιμετώπιση μη επανδρωμένων συστημάτων, την ενεργειακή ασφάλεια, τη θαλάσσια ασφάλεια, την εκπαίδευση και τη μεταφορά τεχνογνωσίας, καθώς και τη συνεργασία στον αμυντικό και τεχνολογικό τομέα.
Με άλλα λόγια, η απάντηση της Ελλάδας στη νέα σχέση Ριάντ – Άγκυρας δεν πρέπει να είναι η αποχώρηση και η εγκατάλειψη του στρατηγικού χώρου που έχει ήδη δημιουργήσει στην περιοχή.
Μια τέτοια επιλογή θα κινδύνευε να επαναλάβει μια λανθασμένη επιλογή στρατηγικής αναδίπλωσης που έχει ήδη κοστίσει στην ελληνική εξωτερική πολιτική, όπως στην περίπτωση της Λιβύης, όπου η σταδιακή υποβάθμιση της ελληνικής διπλωματικής παρουσίας άφησε ένα σημαντικό κενό επιρροής.
Χαρακτηριστικά, η ελληνική πρεσβεία στην Τρίπολη, μετά τις εξελίξεις που ακολούθησαν την πτώση του Καντάφι, υπολειτουργούσε από το 2011 και τον Ιούλιο του 2014 έκλεισε οριστικά, παραμένοντας κλειστή μέχρι το 2021, όταν επαναλειτούργησε.
Η πολυετής αυτή απουσία συνέβαλε στη συρρίκνωση του ελληνικού διπλωματικού και πολιτικού αποτυπώματος στη Λιβύη, δημιουργώντας ταυτόχρονα έναν χώρο τον οποίο η Τουρκία μπόρεσε να αξιοποιήσει για να ενισχύσει τη δική της παρουσία και επιρροή.
Υπό το πρίσμα αυτό, η στρατηγική επιλογή που πρέπει να ακολουθήσει η Ελλάδα είναι η επιδίωξη να προσφέρει στο Ριάντ περισσότερες και υψηλότερης προστιθέμενης αξίας δυνατότητες ασφάλειας.
Η ελληνική πρόταση θα μπορούσε συνεπώς, να οργανωθεί γύρω από ένα ευρύτερο πλαίσιο Συνεργασίας Ασφάλειας και Ανθεκτικότητας, το οποίο θα αξιοποιεί την υφιστάμενη στρατιωτική παρουσία ως βάση για μια πολυεπίπεδη σχέση ασφάλειας, οικονομικής συνεργασίας, τεχνολογικής διασύνδεσης και γεωπολιτικής επιρροής.
Αυτή είναι η μεγάλη στρατηγική ευκαιρία για την Ελλάδα. Εάν κινηθεί με μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό, αξιοποιώντας την υφιστάμενη επιχειρησιακή της παρουσία, μπορεί όχι μόνο να περιορίσει τυχόν αρνητικές παρενέργειες από τη νέα περιφερειακή πραγματικότητα, αλλά και να ενισχύσει εκ νέου τον ρόλο της ως σταθερού και αξιόπιστου πυλώνα ειρήνης και ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή.
Γιατί στο νέο περιβάλλον ασφάλειας της Μέσης Ανατολής, η πραγματική αξία ενός εταίρου δεν μετριέται από το πόσο δυνατά διατυπώνει τις δεσμεύσεις του, αλλά από το τι μπορεί να προσφέρει όταν η κρίση κτυπήσει την πόρτα του συμμάχου του.
Στην περίπτωση της Σαουδικής Αραβίας, η Ελλάδα έχει αποδείξει την πραγματική της αξία ως αξιόπιστου εταίρου όχι στα λόγια, αλλά με τις δεσμεύσεις της την ώρα της πραγματικής κρίσης. Συγκεκριμένα, την ώρα που η Σαουδική Αραβία αντιμετωπίζει πραγματικές απειλές κατά της ασφάλειας και των κρίσιμων υποδομών της, η ελληνική στρατιωτική παρουσία βρίσκεται στο έδαφός της και συμβάλλει έμπρακτα στην προστασία της.
Αυτό είναι ένα επιχειρησιακό δεδομένο που αποκτά ακόμη μεγαλύτερη στρατηγική αξία, σε μια περίοδο κατά την οποία το Ριάντ αναζητά στην πράξη τους εταίρους και τις δυνατότητες που μπορούν να ενισχύσουν την ασφάλειά του.
Το δεδομένο αυτό, δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μια απλή αποστολή περιορισμένου χρονικού ορίζοντα, αλλά ως ένα στρατηγικό κεφάλαιο που μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την περαιτέρω αναβάθμιση της ελληνοσαουδαραβικής σχέσης.
Η Αθήνα συνεπώς, δεν χρειάζεται να απαντήσει στη νέα περιφερειακή πραγματικότητα με αναδίπλωση, αλλά με περισσότερη παρουσία, περισσότερη προσφορά και περισσότερη στρατηγική πρωτοβουλία.
Υπό το πρίσμα αυτό, το ζητούμενο για την Ελλάδα δεν είναι απλώς να διατηρήσει την παρουσία της στη Σαουδική Αραβία.
Είναι να μετατρέψει την υφιστάμενη επιχειρησιακή της παρουσία σε στρατηγική σχέση, την επιχειρησιακή αξιοπιστία σε διπλωματικό κεφάλαιο και τη συμβολή της στην ασφάλεια του Ριάντ, σε μια ευρύτερη ελληνική στρατηγική επιρροής στην περιοχή.
*Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος είναι, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος, Πρώην Γενικός Διευθυντής – Γενικής Διεύθυνσης Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Διεθνών Σχέσεων (ΓΔΠΕΑΔΣ), Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΥΠΕΘΑ)

