Νέα πίεση στην ενεργειακή αγορά της Ευρώπης. Η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος για παράδοση τον Ιανουάριο στη Γερμανία ξεπερνά τα 180 ευρώ ανά μεγαβατώρα, καταγράφοντας αύξηση άνω του 60% σε σχέση με πέρυσι.
Η εξέλιξη προκαλεί ανησυχία ενόψει του χειμώνα, καθώς η ενεργειακή αγορά παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτη στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και στις διεθνείς τιμές του φυσικού αερίου.
Η Γερμανία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα νέο κύμα ενεργειακής πίεσης, καθώς οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στη χονδρεμπορική αγορά καταγράφουν απότομη άνοδο πριν ακόμη ξεκινήσει ο χειμώνας.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Berliner Zeitung, η τιμή για ηλεκτρική ενέργεια με παράδοση τον Ιανουάριο στη γερμανική αγορά ξεπερνά τα 180 ευρώ ανά μεγαβατώρα, επίπεδο αυξημένο κατά περισσότερο από 60% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Τα στοιχεία αποδίδονται σε δεδομένα της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και σε στοιχεία που επικαλείται το Bloomberg.
Η εξέλιξη δεν σημαίνει ότι οι λογαριασμοί των γερμανικών νοικοκυριών θα αυξηθούν άμεσα κατά 60%. Οι προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας αγοράζουν σημαντικό μέρος της ενέργειας με μακροχρόνια συμβόλαια, επομένως οι διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς μεταφέρονται σταδιακά στους τελικούς καταναλωτές.
Εάν όμως οι υψηλές τιμές διατηρηθούν, το κόστος προμήθειας αναμένεται να περάσει σταδιακά στα νέα τιμολόγια, δημιουργώντας πρόσθετη πίεση τόσο στα νοικοκυριά όσο και στις επιχειρήσεις.
Η Μέση Ανατολή πιέζει την ευρωπαϊκή ενέργεια
Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον το φυσικό αέριο.
Η αναταραχή στη Μέση Ανατολή, οι διαταραχές στις εξαγωγές LNG από το Κατάρ και η κατάσταση γύρω από τα στενά του Ορμούζ έχουν δημιουργήσει νέα αβεβαιότητα στη διεθνή αγορά υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Η Ευρώπη, παρά το γεγονός ότι σήμερα διαθέτει περισσότερες υποδομές LNG και περισσότερες εναλλακτικές πηγές προμήθειας σε σχέση με το 2022, έχει γίνει περισσότερο εξαρτημένη από την παγκόσμια αγορά LNG.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η Berliner Zeitung, κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 περίπου 81% των εισαγωγών LNG του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου προήλθε από τις ΗΠΑ και τη Ρωσία. Αυτό σημαίνει ότι μια σοβαρή διαταραχή στις διεθνείς ροές μπορεί να μεταφερθεί ταχύτερα στις ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου και, στη συνέχεια, στην ηλεκτρική ενέργεια.
Ο μηχανισμός είναι ιδιαίτερα σημαντικός για τη Γερμανία.
Όταν η παραγωγή από αιολικά και φωτοβολταϊκά δεν επαρκεί, οι μονάδες φυσικού αερίου χρησιμοποιούνται για να καλύψουν τη ζήτηση. Επειδή οι μονάδες αυτές έχουν υψηλότερο κόστος, μπορούν να καθορίσουν τη χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας.
Έτσι, μια κρίση στην αγορά φυσικού αερίου μπορεί να μετατραπεί γρήγορα σε κρίση τιμών ηλεκτρικού ρεύματος.
Υπάρχει κίνδυνος για ακόμη μεγαλύτερη αύξηση
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι η σημερινή άνοδος μπορεί να μην αποτελεί το ανώτατο επίπεδο.
Ο Ulf Ek, επικεφαλής επενδύσεων της Northlander Commodity Advisors, δήλωσε στο Bloomberg ότι σε περίπτωση ψυχρού χειμώνα και παρατεταμένων προβλημάτων στις ενεργειακές προμήθειες από τη Μέση Ανατολή, οι χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας θα μπορούσαν να αυξηθούν ακόμη και κατά 50% από τα σημερινά επίπεδα. Πρόκειται για εκτίμηση και όχι για βεβαιότητα, καθώς καθοριστικό ρόλο θα παίξουν τόσο η εξέλιξη της ενεργειακής κρίσης όσο και οι καιρικές συνθήκες.
Ένας παρατεταμένος συνδυασμός χαμηλών θερμοκρασιών και περιορισμένης παραγωγής από αιολικά πάρκα θα αύξανε την ανάγκη για φυσικό αέριο και άνθρακα, ασκώντας νέα πίεση στις τιμές.
Παράλληλα, η ευρωπαϊκή αγορά αντιμετωπίζει και άλλες πιέσεις. Η παραγωγή πυρηνικής ενέργειας στη Γαλλία έχει επηρεαστεί κατά περιόδους, ενώ τα χαμηλά αποθέματα νερού περιορίζουν σε ορισμένες περιοχές την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας.
Οι γερμανικές αποθήκες φυσικού αερίου προκαλούν ανησυχία
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η κατάσταση των γερμανικών αποθηκών φυσικού αερίου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Gas Infrastructure Europe που επικαλείται το δημοσίευμα, οι αποθήκες βρίσκονται περίπου στο 56% της δυναμικότητάς τους, επίπεδο που χαρακτηρίζεται ιστορικά χαμηλό για τη συγκεκριμένη εποχή του έτους.
Η γερμανική κυβέρνηση σχεδιάζει τη δημιουργία στρατηγικού αποθέματος φυσικού αερίου ύψους 24 δισεκατομμυρίων κιλοβατωρών, όμως το μέτρο προγραμματίζεται για τη χειμερινή περίοδο του 2027.
Το κόστος δημιουργίας και αρχικής πλήρωσης του αποθέματος εκτιμάται, σύμφωνα με το δημοσίευμα και τα στοιχεία του γερμανικού υπουργείου Οικονομίας, μεταξύ 1,2 και 1,5 δισ. ευρώ, ενώ το ετήσιο κόστος μπορεί να φτάσει έως και τα 180 εκατ. ευρώ.
Όχι απαραίτητα νέα κρίση τύπου 2022
Παρά τα σημερινά δεδομένα, η κατάσταση δεν θεωρείται αντίστοιχη με την ενεργειακή κρίση του 2022.
Η Ευρώπη διαθέτει πλέον περισσότερους τερματικούς σταθμούς LNG, η κατανάλωση φυσικού αερίου έχει μειωθεί και υπάρχουν περισσότερες διαθέσιμες πηγές προμήθειας.
Η διαφορά είναι ότι η σημερινή απειλή αφορά περισσότερο το κόστος της ενέργειας παρά την ίδια την ύπαρξη φυσικού αερίου στην αγορά.
Το 2022 οι ευρωπαϊκές τιμές χονδρεμπορικού φυσικού αερίου είχαν εκτοξευθεί σε επίπεδα άνω των 1.000 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Το σημερινό επίπεδο είναι σημαντικά χαμηλότερο.
Ωστόσο, εάν οι υψηλές τιμές διατηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα, η συνέπεια μπορεί να είναι διαφορετική αλλά εξίσου σημαντική: υψηλότερο ενεργειακό κόστος για τη γερμανική οικονομία, μεγαλύτερη πίεση στις επιχειρήσεις και πρόσθετος πληθωρισμός.
Η παράδοξη εικόνα των ανανεώσιμων πηγών
Το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα βρίσκεται έτσι αντιμέτωπο με μια αντίφαση.
Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας περιορίζουν ήδη το κόστος ηλεκτρισμού. Σύμφωνα με υπολογισμούς της συμβουλευτικής Baringa που επικαλείται το δημοσίευμα, χωρίς τα νέα φωτοβολταϊκά που εγκαταστάθηκαν στην Ευρώπη από το 2021, οι μέσες χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας το φετινό καλοκαίρι θα ήταν περίπου 30% υψηλότερες.
Τον χειμώνα όμως η εικόνα αλλάζει.
Οι μικρότερες ώρες ηλιοφάνειας και οι συχνά νεφελώδεις ημέρες περιορίζουν την παραγωγή των φωτοβολταϊκών, ενώ σε περιόδους χαμηλών ανέμων η αιολική παραγωγή μπορεί επίσης να υποχωρήσει σημαντικά.
Τότε το σύστημα χρειάζεται μονάδες φυσικού αερίου για να καλύψει τη ζήτηση.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα από τη σημερινή εξέλιξη στη Γερμανία:
Η ενεργειακή μετάβαση έχει μειώσει την εξάρτηση της Ευρώπης από τα ορυκτά καύσιμα, αλλά δεν έχει ακόμη εξαλείψει την ευαισθησία του ηλεκτρικού συστήματος στις διεθνείς τιμές του φυσικού αερίου.
Για τη Γερμανία, ο φετινός χειμώνας θα αποτελέσει επομένως μια νέα δοκιμασία. Όχι απαραίτητα ως επανάληψη της κρίσης του 2022, αλλά ως ένα τεστ για το κατά πόσο η μεγαλύτερη ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης μπορεί να συνδυαστεί με σταθερές και οικονομικά βιώσιμες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.

