Ρεπορτάζ Μουρτζούκος Χρήστος
Οι τελευταίες εξελίξεις στη θαλάσσια πολιτική της ανατολικής Μεσογείου και, πλέον, στο Ιόνιο πέλαγος, αποδεικνύουν πως η Τουρκία και η Λιβύη έχουν ξεπεράσει κάθε όριο στην αμφισβήτηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Με προκλητικές κινήσεις που υπονομεύουν το Διεθνές Δίκαιο και το εθνικό συμφέρον της Ελλάδας, οι δύο χώρες στήνουν μια συμμαχία που απειλεί όχι μόνο την ειρήνη αλλά και την σταθερότητα στην περιοχή.
Η περίφημη διακήρυξη ως κεντρικό επιχείρημα της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και προσωπικά του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, έχει αποδειχθεί ένα πολιτικό φιάσκο. Αντί να διασφαλίσει την ειρήνη και τον σεβασμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων, έχει επιτρέψει στην Τουρκία να κλιμακώνει αδιάκοπα τις προκλήσεις της, φτάνοντας στο σημείο να αμφισβητεί ακόμα και την ελληνική ΑΟΖ στο Ιόνιο, μια περιοχή που θεωρούνταν μέχρι πρότινος άτρωτη σε τέτοιου είδους διεκδικήσεις.
Η νέα ρηματική διακοίνωση της Λιβύης, η οποία αναρτήθηκε επισήμως στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, επιβεβαιώνει την κλιμάκωση της τουρκολιβυκής συνεργασίας που λειτουργεί ως μοχλός πίεσης κατά της Ελλάδας. Η Λιβύη όχι μόνο αμφισβητεί την ελληνική ΑΟΖ στο Ιόνιο, αλλά αμφισβητεί και τις συμφωνίες οριοθέτησης που έχει υπογράψει η Ελλάδα με την Αίγυπτο και την Ιταλία. Η θέση της Τρίπολης, όπως εκφράζεται με το επίσημο έγγραφο, αγνοεί τις δεκαετίες προσπαθειών και νομικών διαπραγματεύσεων της Αθήνας, αρνούμενη να αναγνωρίσει ακόμα και το πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας.
Πιο συγκεκριμένα, η λιβυκή κυβέρνηση επιμένει πως η μέση γραμμή που ορίζει την ΑΟΖ ανάμεσα στις δύο χώρες πρέπει να χαράσσεται με βάση τις ηπειρωτικές ακτές, απορρίπτοντας τον νόμο Μανιάτη που αποτελεί θεμέλιο της ελληνικής θέσης. Παράλληλα, υπερασπίζεται το τουρκολιβυκό μνημόνιο, το οποίο έχει κριθεί από τη διεθνή κοινότητα ως παράνομο και ανυπόστατο. Με αυτή την κίνηση, οι δύο χώρες αποπειρώνται να αμφισβητήσουν όχι μόνο ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα αλλά και τα συμφέροντα των συμμάχων της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η σύνταξη και η ποιότητα του κειμένου που προέρχεται από ένα ρηματικό έγγραφο της λιβυκής πλευράς φανερώνουν σαφώς την εμπλοκή της Τουρκίας. Οι διπλωματικές πηγές αναφέρουν πως η Τουρκία έδωσε ουσιαστική συνδρομή, ακόμα και την τεχνική υποστήριξη από διεθνές νομικό γραφείο, το ίδιο που συνέταξε και προηγούμενες επιστολές που αμφισβητούν την ελληνική ΑΟΖ, χωρίς μέχρι σήμερα η Αθήνα να έχει απαντήσει επίσημα.
Πρόκειται για μια καλοστημένη διπλωματική επιχείρηση που έχει δύο βασικούς στόχους:
- Πρώτον, να καταστήσει αδύνατη την διευθέτηση των διαφορών μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. Η Λιβύη δεν έχει αναγνωρίσει ούτε το Δίκαιο της Θάλασσας ούτε τη δικαιοδοσία της Χάγης, γεγονός που καθιστά αδύνατη την προσφυγή σε δικαστική επίλυση αν δεν υπάρξει συνυποσχετικό που να δεσμεύει όλες τις πλευρές. Πρόκειται για μια επίδειξη διπλωματικής υποκρισίας, καθώς η Τρίπολη καλεί σε διάλογο με βάση το άρθρο 33 του Χάρτη του ΟΗΕ, ενώ ταυτόχρονα αρνείται τους όρους που ορίζει η διεθνής νομιμότητα.
- Δεύτερον, η Τουρκία εργαλειοποιεί τη Λιβύη ως δούρειο ίππο για να διευρύνει την αμφισβήτηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων πέρα από το Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο, επεκτείνοντας την αντιπαράθεση στο Ιόνιο πέλαγος. Η στρατηγική αυτή αμφισβήτησης είναι συστηματική και συντονισμένη, με στόχο να αποδυναμώσει την Ελλάδα διπλωματικά και γεωπολιτικά.
Η απάντηση της ελληνικής κυβέρνησης ήταν άμεση και κατηγορηματική. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπογράμμισε ότι η ρηματική διακοίνωση της Λιβύης δεν είναι τίποτε περισσότερο από την έκφραση των διαιρεμένων και αδύναμων πολιτικών θέσεων μιας χώρας σε πλήρη αποσύνθεση, η οποία έχει στρατευτεί πλήρως στο πλευρό της Τουρκίας. Το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραμένει άκυρο και ανυπόστατο, και όλες οι ελληνικές πρωτοβουλίες θα συνεχιστούν στο πλαίσιο του Δικαίου της Θάλασσας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Στις προσεχείς ημέρες, αναμένεται η κατάθεση ενός λεπτομερούς και νομικά ατράνταχτου απαντητικού εγγράφου στα Ηνωμένα Έθνη, που θα αποδομήσει βήμα προς βήμα τους ισχυρισμούς της Λιβύης και της Τουρκίας, θέτοντας τα θεμέλια για μια ακόμα πιο δυναμική διπλωματική κινητοποίηση.
Παράλληλα, η Ελλάδα καλείται να εντείνει τις διπλωματικές προσπάθειες ώστε να κινητοποιήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Αίγυπτο και την Ιταλία, ζητώντας από αυτές να διαμηνύσουν προς τη Λιβύη και την Τουρκία ότι η παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου και των θαλάσσιων ζωνών της Ευρώπης δεν θα γίνουν ανεκτά και θα επιφέρουν αυστηρές κυρώσεις.
Η προκλητική συμπεριφορά Τουρκίας και Λιβύης, ωστόσο, δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα. Ο γράφων πιστεύει πως η Τουρκία σύντομα θα επιχειρήσει να «μεταφέρει» το ίδιο μοντέλο αμφισβήτησης και στην Αλβανία, που ήδη δείχνει να επεξεργάζεται αξιώσεις που θίγουν ελληνικές θαλάσσιες ζώνες. Με αυτόν τον τρόπο, η Άγκυρα σχεδιάζει μια πολυμέτωπη πίεση και περικύκλωση της Ελλάδας, εκμεταλλευόμενη γειτονικές χώρες ως εργαλεία γεωπολιτικής στρατηγικής, αλλά και της απουσία ενεργούς διπλωματίας από την Ελλάδα.
Η ελληνική διπλωματία, όμως, φαίνεται να μένει σε στάση αμήχανης αντίδρασης, με καθυστερήσεις στις κινήσεις και χωρίς ξεκάθαρο οδικό χάρτη. Η παράλειψη να απαντηθούν έγκαιρα και αποφασιστικά οι προκλήσεις αυτές ενισχύει την Τουρκία και τις συμμάχους της, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό περιβάλλον που μπορεί να έχει μακροπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες για την ελληνική εθνική κυριαρχία και ασφάλεια.
Η Ελλάδα, λοιπόν, βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια νέα μορφή γεωπολιτικού εκβιασμού, όπου η Τουρκία, εκμεταλλευόμενη τη δυσλειτουργία γειτονικών κρατών και το διεθνές νομικό κενό, επιδιώκει να ακρωτηριάσει τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, πέρα λοιπόν από το αιγαίο, και σε μια ευρεία περιοχή που εκτείνεται από το Ιόνιο έως την ανατολική Μεσόγειο. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάγκη για ενότητα, στρατηγική σοβαρότητα και αποφασιστικότητα είναι πιο επιτακτική από ποτέ.
