Η δυσαρέσκεια απέναντι στον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς παραμένει κυρίαρχη στη γερμανική κοινή γνώμη. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Trendbarometer RTL/ntv, μόλις περίπου ένας στους τέσσερις πολίτες δηλώνει ικανοποιημένος από την έως τώρα απόδοσή του, ενώ τα τρία τέταρτα εκφράζουν ανοιχτά τη δυσαρέσκειά τους.
Η μικρή άνοδος μίας ποσοστιαίας μονάδας σε σχέση με την προηγούμενη εβδομάδα δεν αρκεί για να αλλάξει τη συνολική εικόνα.
Η αντιδημοφιλία του Μερτς έχει γίνει αισθητή ακόμη και εκτός Γερμανίας. Το αμερικανικό περιοδικό Foreign Policy σχολίασε πρόσφατα ότι «η Γερμανία λατρεύει να μισεί τον Φρίντριχ Μερτς», επισημαίνοντας πως ο καγκελάριος δύσκολα θα αποκτήσει ευρεία απήχηση στο κοινό. Το άρθρο υποστηρίζει, ωστόσο, ότι η κυβέρνηση θα μπορούσε να σταθεροποιηθεί εάν καταφέρει να κερδίσει έστω τον «σεβασμό» της κοινωνίας.
Τα ευρήματα της έρευνας ενισχύουν αυτή την εκτίμηση. Μόλις το 23% των ερωτηθέντων δηλώνει ικανοποιημένο από το έργο του καγκελαρίου, ενώ το 75% εκφράζει αρνητική άποψη. Σημειώνεται ότι η πρόσφατη σύνοδος κορυφής, η οποία θεωρήθηκε επιτυχής για τον Μερτς, πραγματοποιήθηκε στο τέλος της περιόδου συλλογής των στοιχείων και δεν φαίνεται να έχει ακόμη αποτυπωθεί στις απαντήσεις.
Παράλληλα, επικρατεί έντονος σκεπτικισμός για τη συνοχή του κυβερνητικού συνασπισμού. Μόνο το 27% πιστεύει ότι οι κυβερνητικοί εταίροι θα συνεργαστούν πιο αρμονικά τον επόμενο χρόνο, ενώ το 71% θεωρεί ότι οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις θα συνεχιστούν. Ακόμη και μεταξύ των ψηφοφόρων του CDU/CSU και του SPD, η πλειοψηφία δεν αναμένει ουσιαστική βελτίωση του κλίματος εντός της κυβέρνησης το 2026.
Αντίστοιχα χαμηλές είναι και οι προσδοκίες για τις ανακοινωθείσες μεταρρυθμίσεις. Μόνο το 26% των πολιτών εκτιμά ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα καταφέρει να υλοποιήσει τον εκσυγχρονισμό του κράτους και να δώσει ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη τη νέα χρονιά. Το 72% δηλώνει ότι δεν το πιστεύει, μια δυσπιστία που διαπερνά ακόμη και τη βάση των κυβερνώντων κομμάτων.
Στο πολιτικό σκηνικό, οι δημοσκοπήσεις της Κυριακής καταγράφουν ελάχιστες μεταβολές. Το SPD υποχωρεί κατά μία μονάδα, ενώ οι Πράσινοι ενισχύονται οριακά. Αν διεξάγονταν εκλογές αυτή την εβδομάδα, η AfD θα ερχόταν πρώτη με 26%, ακολουθούμενη από το CDU/CSU με 24%. Το SPD και οι Πράσινοι θα συγκέντρωναν από 13%, το Αριστερό Κόμμα 11%, ενώ BSW και FDP θα κινούνταν στο 3%, κάτω από το όριο εισόδου στη Bundestag.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το υψηλό ποσοστό αναποφάσιστων και μη ψηφοφόρων, που φτάνει το 28%, σημαντικά αυξημένο σε σύγκριση με το 17,9% των τελευταίων ομοσπονδιακών εκλογών. Η πολιτική αποστασιοποίηση αποτυπώνεται και στο γεγονός ότι το 53% των Γερμανών δεν εμπιστεύεται κανένα κόμμα ως πραγματικά ικανό να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της χώρας. Το CDU/CSU θεωρείται καταλληλότερο από το 16%, το AfD από το 12%, ενώ Πράσινοι και Αριστερά συγκεντρώνουν από 6% και το SPD μόλις 5%.
Στο κοινωνικό πεδίο, το πακέτο συντάξεων που ψηφίστηκε στις 5 Δεκεμβρίου προκαλεί έντονη αμφισβήτηση. Μόνο το 21% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι είναι δίκαιο για όλες τις γενιές, ενώ το 73% διαφωνεί. Η αρνητική αυτή εκτίμηση καταγράφεται τόσο στην Ανατολική όσο και στη Δυτική Γερμανία, ανεξαρτήτως ηλικίας ή πολιτικής τοποθέτησης.
Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι προηγούμενες έρευνες του ινστιτούτου Forsa έδειχναν ευρύτερη αποδοχή του συνταξιοδοτικού πακέτου ως αναγκαίου συμβιβασμού, με τη σταθεροποίηση του επιπέδου των συντάξεων μετά το 2031 να συγκεντρώνει τότε σαφή πλειοψηφική στήριξη.
Τα στοιχεία της έρευνας συλλέχθηκαν από το ινστιτούτο Forsa για λογαριασμό του RTL Germany μεταξύ 9 και 15 Δεκεμβρίου, σε δείγμα 2.503 ατόμων, με στατιστικό περιθώριο σφάλματος ±2,5 ποσοστιαίες μονάδες. Για τα ειδικά ερωτήματα σχετικά με τις μεταρρυθμίσεις και το συνταξιοδοτικό πακέτο, το δείγμα ανήλθε σε 1.009 άτομα, με περιθώριο σφάλματος ±3 ποσοστιαίες μονάδες.
Ακολουθήστε μας και στο Google news
