Έναν χρόνο μετά την ανάληψη της καγκελαρίας από τον Φρίντριχ Μερτς, το πολιτικό ισοζύγιο στη Γερμανία εμφανίζεται επιβαρυμένο, με τη δημοτικότητα της κυβέρνησης να καταγράφει σημαντική πτώση και το πολιτικό σκηνικό να εισέρχεται σε φάση αβεβαιότητας.
Σύμφωνα με τα γερμανικά μέσα, περισσότερο από το 80% των πολιτών δηλώνουν δυσαρεστημένοι από την απόδοση του καγκελάριου, γεγονός που αντανακλάται και στις δημοσκοπήσεις.
Την ίδια στιγμή, η εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) καταγράφει ανοδική δυναμική, φτάνοντας έως και το 27%, ενώ η συμμαχία CDU/CSU κινείται γύρω στο 22%. Τα ποσοστά αυτά εντείνουν τις ανησυχίες για τη σταθερότητα του κυβερνητικού συνασπισμού, καθώς καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη η εξασφάλιση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας ακόμη και με τη συμμετοχή των Σοσιαλδημοκρατών.
Σε επίπεδο πολιτικής ουσίας, οι μεταρρυθμίσεις που είχε εξαγγείλει ο Μερτς παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανεκπλήρωτες. Αν και έχουν γίνει βήματα, όπως η προώθηση νομοσχεδίου για την κοινωνική ασφάλιση, η τελική έγκριση από τη Bundestag εκκρεμεί (πιθανών να έχουμε απάντηση στην αρχή του καλοκαιριού), με την κυβέρνηση να καλείται να εξοικονομήσει περίπου 15 δισεκατομμύρια ευρώ. Παράλληλα, το κυβερνητικό έργο επικεντρώνεται κυρίως σε δαπάνες, όπως η χαλάρωση του «φρένου χρέους» για την ενίσχυση της άμυνας και η πρόβλεψη για νέο δανεισμό ύψους 500 δισ. ευρώ για υποδομές και κλιματική προστασία.
Ωστόσο, οι επιλογές αυτές έχουν προκαλέσει αντιδράσεις, τόσο για την αύξηση του δημόσιου χρέους όσο και για την απουσία άμεσων αναπτυξιακών αποτελεσμάτων. Η πολιτική για τις συντάξεις και το βασικό εισόδημα παραμένει αντικείμενο διαμάχης, ενώ η μείωση των αιτήσεων ασύλου εντάσσεται σε ένα ευρύτερο, αμφιλεγόμενο πλαίσιο μεταναστευτικής πολιτικής.
Σε διεθνές επίπεδο, η κυβέρνηση Μερτς βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξημένες προκλήσεις. Η ένταση με τον Ντόναλντ Τραμπ, ιδίως μετά την επιβολή δασμών σε ευρωπαϊκά προϊόντα, έχει επιβαρύνει το οικονομικό κλίμα, πλήττοντας τη γερμανική βιομηχανία. Παράλληλα, οι αμερικανικές πιέσεις για το ΝΑΤΟ και η συζήτηση περί αποχώρησης στρατευμάτων από τη Γερμανία δημιουργούν επιπλέον ανησυχία.
Εσωτερικά, η κυβέρνηση δοκιμάζεται και από εντάσεις εντός του συνασπισμού. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, σημειώθηκε έντονη αντιπαράθεση μεταξύ του Μερτς και του αντικαγκελάριου Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, γεγονός που αναδεικνύει τις δυσκολίες συντονισμού. Επιπλέον, η αποτυχημένη εκλογή προσώπου για το ομοσπονδιακό συνταγματικό δικαστήριο ανέδειξε την έλλειψη κοινοβουλευτικής συνοχής.
Η κριτική του τύπου εστιάζει επίσης σε επικοινωνιακές αστοχίες του καγκελάριου, επισημαίνοντας ότι συχνά δεν υπολογίζει τον αντίκτυπο των δηλώσεών του. Εξαγγελίες για ταχείες μεταρρυθμίσεις δεν υλοποιήθηκαν, ενισχύοντας το αίσθημα απογοήτευσης στην κοινή γνώμη. Παράλληλα, αντιδράσεις έχουν εκδηλωθεί και από τη νεολαία του CDU, κυρίως σε ζητήματα συνταξιοδοτικής πολιτικής.
Παρά τις επικρίσεις, ορισμένοι αναλυτές αναγνωρίζουν ότι ο Μερτς επιχειρεί να διαχειριστεί ένα ιδιαίτερα σύνθετο περιβάλλον, με γεωπολιτικές εντάσεις, ενεργειακές πιέσεις και οικονομικές προκλήσεις. Ωστόσο, η έλλειψη άμεσων αποτελεσμάτων και η επιδείνωση των πολιτικών δεικτών καθιστούν σαφές ότι η κυβέρνηση βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο.
Έναν χρόνο μετά, το βασικό συμπέρασμα που διατυπώνεται στον γερμανικό δημόσιο διάλογο είναι ότι ο κυβερνητικός συνασπισμός βρίσκεται «εκεί που δεν ήθελε ποτέ να βρεθεί», αντιμέτωπος με χαμηλή εμπιστοσύνη, εσωτερικές τριβές και ένα πολιτικό τοπίο που μεταβάλλεται ταχύτατα.


