24 Μαΐου 2026
Λογοτεχνία

Το παλιό γραμμόφωνο

Γράφει ο Χαράλαμπος Κοιλιάρης

Ιστορίες και θρύλοι από την εποχή που ζούσαμε στα χωριά μας

Μερικά αντικείμενα, αν θα μπορούσαν να μιλήσουν, θα μας έλεγαν την ιστορία τους που είναι πάντα συνυφασμένη με την ιστορία των ανθρώπων που τα είχαν στην κατοχή τους. Οι άνθρωποι πεθαίνουν, μα τα πράγματα που υπήρχαν γύρω τους μένουν και θυμούνται νιάτα, δόξες, γνωριμίες, γεγονότα θλιβερά και ευχάριστα.

Στάθηκα δίπλα στο παλιό γραμμόφωνο και χάιδεψα τη σκοροφαγωμένη πράσινη τσόχα του. Το ξύλινο καπάκι ήταν μισάνοιχτο και η κεφαλή με τη σκουριασμένη βελόνα είχε γείρει στο πλάι σαν να ξεκουράζεται. Είχε δουλέψει πολύ όλα αυτά τα χρόνια που δεν υπήρχε άλλο μέσο διασκέδασης στο χωριό. Από την εποχή που το έφερε ο μπάρμπα Χαράλαμπος από την Αμερική, έγινε ο πόλος έλξης όλων των συγχωριανών, μικρών και μεγάλων.

Γάμοι, γλέντια, γιορτές, βαφτίσια, αρραβωνιάσματα, πάντα το γραμμόφωνο χάριζε το κέφι σ΄ όλους τους συνδαιτυμόνες. Τώρα σκονισμένο πάνω στο σκρίνιο, θυμάται τις καλές εποχές, τότε που δεν υπήρχε ραδιόφωνο και τηλεόραση.

Άνοιξα το πρώτο συρτάρι του σκρίνιου για να βγάλω όσους δίσκους απόμειναν από τα σπασίματα που είτε από απροσεξία είτε από έντονο κέφι κατέληξαν κομματάκια στο πάτωμα. Ηχογραφήσεις παλιές, δίσκοι χαραγμένοι στην Αμερική από γνωστές και άγνωστες εταιρείες. Οι πιο πολλοί είχαν στην ετικέτα τους το χαρακτηριστικό σκυλάκι που άκουε με προσοχή την φωνή του κυρίου του να βγαίνει μέσα από το χωνί του γραμμοφώνου.

Κούρδισα την μανιβέλα με προσοχή για να μη σπάσει το ελατήριο και έβαλα πάνω τον <<Αζιζιέ συρτό >>, αφήνοντας να γλιστρήσει προσεκτικά η βελόνα μέσα στα βαθιά αυλάκια του δίσκου. Πόσες φορές άραγε να έχει παιχτεί αυτό το τραγούδι και πόσα ζευγάρια να ‘χουν χορέψει στο ρυθμό του; Άλλαξα δίσκο και γλίστρησα κι εγώ στο παλιό σκαλιστό καναπέ με τα κυλινδρικά μπράτσα.

Ένα έντονο χουρχουρητό που έδειχνε την πολλή του χρήση σχεδόν σκέπαζε τη μελωδία. Το <<Αχ μελαχρινό μου >> έφτανε στ΄ αφτιά μου σαν να ναι η ιστορία ενός μελαχρινού , κομψού λεβέντη με πλούσιο τσιγγγελωτό μουστάκι, ανήσυχου που θέλει να ξενιτευτεί για να δει τόπους και να βρει την τύχη του. Η τέχνη που ήξερε και έβαζε όλο το μεράκι του ήταν η μαγειρική. Μαγείρευε υπέροχα, με φαντασία και πάθος.

Κάποια μέρα έφυγε από το νησί με ένα ιστιοφόρο. Πρώτη του στάση ήταν η πρωτόπολη της περιοχής. Η Σμύρνη. Εκεί γνώρισε πολλούς ανθρώπους. Καλούς και κακούς. Έλληνες και Τούρκους. Ώς που ένας από τους τελευταίους του πρόσφερε μια αξιοπρεπή δουλειά και τον έκαμε προσωπικό του μάγειρα.

Αξιωματούχος διπλωμάτης γύριζε όλο τον κόσμο κι ο Χαραλάμπης από κοντά γευόταν όλα τα καλά αυτών των ταξιδιών. Είδε πόλεις και πράγματα που δεν είχε ονειρευτεί. Οντέσσα, Πόλη, Θεσσαλονίκη, Βηρυτός, Κάιρο. Έμειναν στα καλύτερα ξενοδοχεία όμως ο Τούρκος αξιωματούχος δεν εμπιστευόταν κανέναν άλλο εξόν από το μάγειρά του στο φαγητό.

Όμως ο Χαραλάμπης δεν ήταν ικανοποιημένος με όλα τούτα. Ήθελε κι άλλα πολλά. Ένα βράδυ στην Αλεξάνδρεια πήρε τη μεγάλη απόφαση Μάζεψε τα πράγματά του και μπάρκαρε με ένα υπερωκεάνιο για την Αμερική.

Το θέαμα που αντίκρισε μετά από το μακρινό ταξίδι του ήταν απερίγραπτο και το ‘φερε μαζί του πίσω μέσα σ’ ένα βιβλίο με υπέροχες ασπρόμαυρες φωτογραφίες της Νέας Υόρκης. Δεν μπορούσε να το φανταστεί όσα κι αν είχε ακούσει πως υπάρχει μέρος σαν και τούτο. Τα σπίτια ήταν ψιλά ίσα με τον ουρανό, για να ξύνει εκεί την πλάτη του.

Αυτοκίνητα πηγαινοερχόταν ανάμεσα στις άμαξες με τα άλογα. Οι δρόμοι στρωμένοι με τούβλα. Πάρκα, πλατείες και αγάλματα. Τα φώτα τα κρύα βράδια του χειμώνα έκαναν το Χαραλάμπη να ονειρεύεται το χωριό του και να θυμάται τις λάμπες του πετρελαίου και τα κεριά. Μεγάλη η διαφορά αλλά μέσα στην ψυχή του ήταν πιο όμορφα στο χωριό. Πιο ανθρώπινα. Πιο ζεστά. Του ‘λειπε η πατρίδα.

Η τέχνη και η πείρα του τον βοήθησαν να γίνει αρχιμάγειρας σε ένα μεγάλο ξενοδοχείο. Πήγε κι ο αδελφός του εκεί. Δούλεψαν πολύ. Πέρασαν καλά. Έτσι τουλάχιστον δείχνουν οι φωτογραφίες που έφερε. Κάπoια στιγμή όμως πίστεψε πως ήρθε ο καιρός να ξαναγυρίσει στην πατρίδα. Ο αδελφός του έμεινε για πάντα εκεί. Τον μάγεψε η ξενιτιά. Άλλαξε και τ’ όνομά του. Κόνλιν τον έλεγαν πια (αναγραμματισμός του Λίνκον). Δεν έστειλε ούτε νέα του.

Ένα απόγευμα που είχε ρεπό ο Χαραλάμπης, είδε σε μια βιτρίνα ένα μικρό ξύλινο γραμμόφωνο. Το κομψό του μέγεθος του τράβηξε απ ευθείας την προσοχή. Αυτό ήταν η μοναδική παρέα του στο ταξίδι της επιστροφής.

Ο Χαραλάμπης ήρθε στο χωριό, έκαμε οικογένεια, και πρόσφερε το μερακλίκι του σε γνωστούς και φίλους με τα μεζεδάκια του και με το μαγικό κουτί που έφερε μαζί του από την Αμερική.

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!