Του Βασίλη Καπράλου
Την πήρα τη ζωή στα χέρια μου.
Τα μάτια της λαμπύριζαν κι όλο κινήσεις έκανε.
Στιγμή δε στάθηκε ακίνητη,
το μύθο να μην της χαλάσω.
Τα θέλγητρά της άπλωνε σα γράσο,
να μην μπορώ στα ίσια να την πιάσω.
Τη μια με γέλια με καλεί, να πάρει όλη την προσοχή ζητάει.
Την άλλη νύχια προς το μέρος μου, κανείς, να μην την ακουμπάει.
Να πάρει θέλει και να δώσει,
να προδωθεί και να προδώσει.
“Δικιά σου είμαι’’, φώναξε, “το χέρι άπλωσε’’ και “κράτησέ με’’.
“Στα όνειρά σου, πάρε με μαζί, ξενάγησέ με’’.
Αλλάζει διάθεση συχνά και για την πρόθεσή της με μπερδεύει.
Μπορεί και να μην το ‘χε για σκοπό, μα κάθε μέρα με παιδεύει.
Φεύγει μπροστά και πίσω νεύμα ξετυλίγει.
Αν την αφήσεις αρκετά, για πάντα θα σου φύγει.
Φεύγεις εσύ μπροστά, κι αυτή χαμογελά στο σταυροδόμι πίσω:
“το λάθος δρόμο διάλεξες, θα πρέπει να σε αφήσω’’.
Με δώρα, με συνάντησε φορές, αξία έδωσε,
στην κάθε θαρρετή περπατησιά μου.
Πικρό ποτό με κέρασε, σαν πέρασα το μέτρο
και σαν η τύχη μ’εγκατέλειψε, στα όποια βηματά μου.
Με μαύρα ρούχα μ’ επισκέφτηκε,
πρώτα στους άλλους παριστάμενη
και τελευταία σε μένα,
να με σώσει, μη δυνάμενη…
Στο αφτί μου, τελευταία στιγμή ψυθίρισε : “καλή η συντροφιά σου’’
“σε αφήνω τώρα έχω δουλειά, σειρά να πάρουν τα παιδιά σου’’!
*Από το βιβλίο Σειρήνες
*Ακολουθείστε τον Βασίλη Καπράλο και στην biblionet
*Ακολουθείστε τον Βασίλη Καπράλο και στο facebook

