Σε μια προσπάθεια να διαμορφώσουν κοινή γραμμή για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, οι Ευρωπαίοι εμφανίζονται ενωμένοι γύρω από μια φιλόδοξη πρόταση ασφάλειας.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η δημιουργία μιας «πολυεθνικής δύναμης για την Ουκρανία», υπό ευρωπαϊκή ηγεσία και με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως προκύπτει από κοινή δήλωση μετά τις διήμερες συνομιλίες στο Βερολίνο.
Στη δήλωση, την οποία συνυπογράφουν η Γερμανία, η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία, η Ιταλία, η Πολωνία, η Φινλανδία, η Νορβηγία, η Σουηδία, η Ολλανδία, καθώς και οι επικεφαλής των ευρωπαϊκών θεσμών, τονίζεται ότι η προτεινόμενη δύναμη θα έχει πολυδιάστατο ρόλο. Μεταξύ άλλων, θα συμβάλει στην ανασυγκρότηση και ενίσχυση των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων, στην ασφάλεια του εναέριου χώρου της χώρας και στη διασφάλιση της ναυσιπλοΐας, ακόμη και μέσω επιχειρήσεων εντός της ουκρανικής επικράτειας. Παράλληλα, αφήνεται ανοικτό το ενδεχόμενο συμμετοχής και άλλων χωρών.
Η ευρωπαϊκή πρωτοβουλία αποτυπώνει αφενός τη σύγκλιση θέσεων μεταξύ Ευρώπης, Ουκρανίας και Ηνωμένων Πολιτειών, ιδιαίτερα μετά τις εντατικές επαφές στο Βερολίνο, και αφετέρου την «κόκκινη γραμμή» που οι Ευρωπαίοι δεν προτίθενται να υπερβούν. Όπως έχει καταστήσει σαφές και ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, δεν μπορεί να υπάρξει συμφωνία μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων που θα αγνοεί την ασφάλεια της Ουκρανίας και της Ευρώπης.
Στο ίδιο πλαίσιο, οι Ευρωπαίοι θεωρούν δεδομένο ότι ο ουκρανικός στρατός θα πρέπει να διατηρήσει στο μέλλον δύναμη έως και 800.000 στρατιωτών, αριθμό σημαντικά υψηλότερο από εκείνον που φέρονται να αποδέχονται η Ρωσία και οι ΗΠΑ. Παράλληλα, προτείνεται η δημιουργία μηχανισμού παρακολούθησης και επαλήθευσης της κατάπαυσης του πυρός υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών, με διεθνή συμμετοχή, ώστε να υπάρχει έγκαιρη προειδοποίηση για πιθανές επιθέσεις ή παραβιάσεις.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη χρήση των παγωμένων ρωσικών κρατικών περιουσιακών στοιχείων από την ΕΕ, καθώς και στη σταθερή στήριξη της ευρωπαϊκής πορείας της Ουκρανίας, χωρίς ωστόσο να τίθεται συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα ένταξης. Η κοινή δήλωση υπογραμμίζει ακόμη την ανάγκη για ισχυρές εγγυήσεις ασφαλείας και ουσιαστική οικονομική στήριξη, ως προϋποθέσεις για μια βιώσιμη ειρήνη.
Την ίδια ώρα, οι Ευρωπαίοι διαμηνύουν ότι η πίεση προς τη Μόσχα θα ενταθεί, ώστε η Ρωσία να προσέλθει σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις και να αποδεχθεί το ειρηνευτικό πλαίσιο που προωθεί ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, συμπεριλαμβανομένης της κατάπαυσης του πυρός.
Ωστόσο, παραμένει ανοιχτό εάν η Ουάσινγκτον θα υιοθετήσει πλήρως όλες τις ευρωπαϊκές θέσεις, ενώ θεωρείται βέβαιο ότι η Ρωσία θα αντιδράσει στην προοπτική ανάπτυξης πολυεθνικής δύναμης, καθώς αντιτίθεται στην παρουσία στρατευμάτων με σύνδεση στο ΝΑΤΟ εντός της Ουκρανίας.
Ο Καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς τόνισε: «Για πρώτη φορά από την έναρξη του πολέμου, η πιθανότητα κατάπαυσης του πυρός είναι πιθανή. Θέλουμε να ξεκινήσουμε την πορεία προς την ειρήνη μαζί, με τους Ουκρανούς, τους Ευρωπαίους γείτονές μας και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πιστεύω ότι σημειώνουμε πρόοδο σε αυτή την πορεία στο Βερολίνο».
