Η φυγή του Περσέα, το ανεξήγητο λάθος και η θρυλική φάλαγγα που δεν άντεξε μία ώρα
Σαν σήμερα, 22 Ιουνίου του 168 π.Χ., δόθηκε μια από τις πιο κρίσιμες μάχες της αρχαιότητας. Στην Πύδνα, μια μικρή πόλη της Πιερίας, ο τελευταίος βασιλιάς της Μακεδονίας, ο Περσέας, αντιμετώπισε τις ρωμαϊκές λεγεώνες του Λεύκιου Αιμίλιου Παύλου. Αυτό που συνέβη εκείνο το απόγευμα έμελλε να σβήσει οριστικά το μακεδονικό κράτος και να ανοίξει διάπλατα τον δρόμο για την πλήρη ρωμαϊκή κυριαρχία στην Ελλάδα.
Οι πληροφορίες που έχουμε φτάνουν σε εμάς αποσπασματικά. Ο Πολύβιος έχει χαθεί, ο Λίβιος είναι κενός, και ο Πλούταρχος βασίζεται σε μια χαμένη βιογραφία του Περσέα. Κι όμως, από τα λιγοστά στοιχεία, αναδύεται μια τραγική ιστορία στρατηγικών λαθών, προδοσίας και ανθρώπινης αδυναμίας.
Το παζάρι των συμμάχων και η χαμένη ευκαιρία
Ο Περσέας γνώριζε πως η τελική ρωμαϊκή επίθεση ήταν ζήτημα χρόνου. Έτρεξε να βρει συμμάχους. Τον Φεβρουάριο του 168 π.Χ., 20.000 Βάσταρνοι πέρασαν τον Δούναβη για να πολεμήσουν στο πλευρό του. Όμως ο Μακεδόνας βασιλιάς δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει τα 500 τάλαντα που ζητούσαν ως προκαταβολή. Οι πολεμιστές γύρισαν πίσω, λεηλατώντας στο πέρασμά τους. Στροφή στους Ιλλυριούς του Γένθιου, προσπάθειες με Ρόδο, Πέργαμο και τον Σελευκίδη Αντίοχο Δ’, όλα απέβησαν άκαρπα. Ο Περσέας έμενε ολομόναχος απέναντι σε μια αυτοκρατορία.
Ο νέος Ρωμαίος ύπατος, Λεύκιος Αιμίλιος Παύλος, ήταν άνθρωπος άλλης πάστας. Ώριμος, θαυμαστής του ελληνικού πολιτισμού και ψυχρός στρατηγός, έφτασε στο στρατόπεδο της Φίλας στις 7 Ιουνίου με ισχύ που ξεπερνούσε τους 100.000 άνδρες. Ο Περσέας, με 40.000 πεζούς και 4.000 ιππείς, οχυρώθηκε πίσω από τον Ελπειό ποταμό, αλλά δεν κατάφερε να ελέγξει όλες τις διαβάσεις.
Το πρωινό που κρίθηκαν όλα
Τα χαράματα της 20ής Ιουνίου, ρωμαϊκό σώμα 8.500 ανδρών υπό τον Σκιπίωνα Νασικά αιφνιδίασε τη μακεδονική φρουρά στο Πύθιο. Οι υπερασπιστές πρόλαβαν να σημάνουν συναγερμό, όμως η ζημιά είχε γίνει. Οι Ρωμαίοι παρακάμπτοντας την Πέτρα, ξεχύθηκαν στην πεδιάδα και ο Περσέας αναγκάστηκε να συμπτύξει τις γραμμές του ανάμεσα στους ποταμούς Αίσονα και Λεύκο.
Το βράδυ της 21ης προς 22α Ιουνίου, μια έκλειψη Σελήνης τρόμαξε και τα δύο στρατεύματα. Ως το επόμενο μεσημέρι τίποτα δεν προμήνυε την καταιγίδα. Κι όμως, η μάχη ξεκίνησε από το πιο απρόσμενο περιστατικό: ένα άλογο έφυγε από το ρωμαϊκό στρατόπεδο και πέρασε τον Λεύκο. Θράκες της μακεδονικής προφυλακής όρμησαν να το πιάσουν, Ιταλοί σύμμαχοι των Ρωμαίων επενέβησαν, και σε λίγο η σύγκρουση γενικεύτηκε.
Ο Περσέας, βλέποντας την αρχική επιτυχία, διέταξε έξοδο. Το επίλεκτο άγημα, οι χαλκάσπιδες της φάλαγγας και χιλιάδες ελαφρά οπλισμένοι διέσχισαν το ποτάμι και έφτασαν μια ανάσα από το ρωμαϊκό στρατόπεδο. Ο Αιμίλιος Παύλος αιφνιδιάστηκε, αλλά διατήρησε την ψυχραιμία του. Έκανε έναν ευφυή ελιγμό: υποχώρησε συντεταγμένα προς τους πρόποδες του Ολόκρου, παρασύροντας τους Μακεδόνες σε ανώμαλο έδαφος. Η φάλαγγα, που χρειαζόταν επίπεδο πεδίο για να κρατήσει τη συνοχή της, άρχισε να σπάει. Οι Ρωμαίοι χτύπησαν ακριβώς εκεί που άνοιγε κενό, ανάμεσα στους χαλκάσπιδες και το άγημα. Από το άλλο άκρο, οι ελέφαντες ανέκοψαν την προέλαση.
Το ανεξήγητο λάθος ενός βασιλιά
Και τότε συνέβη το αδιανόητο. Ενώ η μάχη μαινόταν ακόμη, ο Περσέας, ο βασιλιάς, ο αρχιστράτηγος, εγκατέλειψε το πεδίο μαζί με το ιππικό του. Κανείς δεν κατάλαβε το γιατί. Η φυγή του παρέλυσε το ηθικό των Μακεδόνων και μετέτρεψε μια αμφίρροπη αναμέτρηση σε σφαγή. Ο απολογισμός ήταν τραγικός: 20.000 με 25.000 Μακεδόνες νεκροί, 5.000 αιχμάλωτοι, και μόλις 600 να σώζονται στα τείχη της Πύδνας. Οι Ρωμαίοι έχασαν μόλις 80 άνδρες. Η μάχη δεν κράτησε πάνω από μία ώρα.
Ο Αιμίλιος Παύλος ομολόγησε αργότερα πως ποτέ δεν είδε τρομακτικότερο θέαμα από την έφοδο της μακεδονικής φάλαγγας. Κι όμως, η πειθαρχία και η ευελιξία της λεγεώνας υπερίσχυσαν.
Η πτώση ενός βασιλείου
Ο Περσέας, κυνηγημένος από τις τύψεις και την κατακραυγή, πήρε τους θησαυρούς του και τράπηκε σε φυγή. Από την Πέλλα στην Αμφίπολη, κι από εκεί στη Σαμοθράκη, αναζητώντας άσυλο στο ιερό των Καβείρων. Αλλά η μοίρα του είχε ήδη γραφτεί. Ο Κρητικός έμπορος Οροάνδης, στον οποίο εμπιστεύτηκε τη μεταφορά του, τον εγκατέλειψε παίρνοντας τα πλούτη. Προδομένος και περικυκλωμένος από τον ρωμαϊκό στόλο, παραδόθηκε στις αρχές Ιουλίου. Ο Αιμίλιος Παύλος του φέρθηκε με σεβασμό, συνέφαγε μαζί του και μίλησαν ελληνικά — αλλά το μακεδονικό βασίλειο είχε πια τελειώσει.
Το 167 π.Χ. η Ρώμη διέλυσε τη μοναρχία, χώρισε τη Μακεδονία σε τέσσερις φόρου υποτελείς «μερίδες», απαγόρευσε την εκμετάλλευση των ορυχείων και επέβαλε τον μισό φόρο. Το προτελευταίο βήμα για την κατάκτηση της Ελλάδας είχε ολοκληρωθεί. Το τελευταίο θα γινόταν το 146 π.Χ., με την καταστροφή της Κορίνθου.
Η Πύδνα παραμένει ένα σκοτεινό μάθημα στρατηγικής, ηγεσίας και ανθρώπινης αδυναμίας. Ένας βασιλιάς που δεν στάθηκε στο ύψος των ανδρών του, και μια αυτοκρατορία που έσβησε μέσα σε μία ώρα.