Γράφει η Δέσποινα Χιντζογλου-Αμασλιδου
Το 1185 οι Νορμανδοί της Σικελίας θα καταλάβουν τη Θεσσαλονίκη, με ογδόντα χιλιάδες στρατιώτες και διακόσια πλοία.
Στην Κωνσταντινούπολη ο πρωτοξάδελφος του Μανουήλ, Ανδρόνικος, θαρραλέος πολεμιστής αλλά πανούργος πολιτικός και μόνιμα κυνηγημένος λόγω των ανόσιων έργων του, στέφεται αυτοκράτορας δολοπλοκώντας και μαχαιρώνοντας, και αποδεικνύεται σωστός τύραννος.
Οι φυλακίσεις, οι τυφλώσεις κι οι εκτελέσεις των πραγματικών και φανταστικών εχθρών του δεν έχουν τελειωμό. Εκτελεί τη Μαρία (χήρα του Μανουήλ) και τον νεαρό διάδοχο Αλέξιο, και μετά παντρεύεται χωρίς ντροπή τη μικρή Αγνή, τη μνηστή του. Όλοι οι ξένοι παθαίνουν μεγάλες ζημιές από την κακή πολιτική του… και τελικά ο Γουλιέλμος ο Καλός, τύραννος των Συρακουσών, εκμεταλλευόμενος την αναρχία, ξεκινάει για τη Βασιλεύουσα με στόχο τον θρόνο. Η ευημερούσα Θεσσαλονίκη είναι στον δρόμο του.
Ο στρατός των Νορμανδών θα στρατοπεδεύσει έξω από τα τείχη της στις 6 Αυγούστου κι ο στόλος τους θα φτάσει στον Θερμαϊκό στις 15 Αυγούστου. Οι πολιορκητικές μηχανές επικεντρώθηκαν κυρίως στα ανατολικά τείχη, το προτείχισμα άρχισε να καταστρέφεται και η τάφρος να μπαζώνεται. Η ανικανότητα ή μάλλον… η προδοσία του διοικητή της (Δαβίδ Κομνηνού) ήταν ιστορική. Όπλο δεν έπιασε. Άφησε τους κατοίκους χωρίς νερό γιατί δεν υπάκουσε στις συμβουλές των μηχανικών, που είχαν επισκευάσει τη δεξαμενή του νερού, να μην ανοίξει τον αγωγό πριν στεγνώσει το ασβεστοκονίαμα… με αποτέλεσμα να την καταστρέψει. Τεμπέλιαζε ολημερίς κι όποιον του ανακοίνωνε προβλήματα της οχύρωσης ή της άμυνας… τον απειλούσε ή τον έδερνε. Κι όταν στο τέλος οι κάτοικοι έτρεξαν (όπως κι ο ίδιος εξάλλου) να σωθούν στην Ακρόπολη από τους λυσσασμένους εισβολείς, έριξε πίσω του την «καταρρακτή»1 της πύλης της Ακρόπολης για να τους εμποδίσει να μπουν, αδιαφορώντας για την τύχη τους… αδιαφορώντας όμως και γι αυτούς που διαμέλισε! Και όταν ένιωσε ότι κινδυνεύει ακόμη και μέσα στην Ακρόπολη, με ένα σχοινί κατέβηκε από τα τείχη και προσγειώθηκε κυριολεκτικά στην αγκαλιά των Νορμανδών!
Τελικά οι εισβολείς μπήκαν από το ρημαγμένο ανατολικό τείχος, οι δε καταστροφές και η λεηλασία που ακολούθησαν ήταν πρωτοφανείς για χριστιανούς που μάλιστα οι περισσότεροι μιλούσαν ελληνικά (Σικελοί). Η πόλη μετατράπηκε σε ερείπια, το κιβώριο του αγίου καταστράφηκε και λεηλατήθηκε2, και τελικά λίγους μήνες αργότερα έφυγαν για την πατρίδα τους, αφήνοντας την πόλη να μετράει τις πληγές της.
Την άλωση αυτή έζησε και περιέγραψε στη χρονογραφία του ο λόγιος επίσκοπος, Ευστάθιος Θεσσαλονίκης. Άριστος γνώστης της κλασικής γραμματείας, μαΐστωρ (καθηγητής) της ρητορικής, δεινός σχολιαστής της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, του Αριστοφάνη και των εκκλησιαστικών συγγραφέων, άφησε μεγάλο έργο πίσω του, που αποκαλύπτει το δικό του υψηλό πνευματικό επίπεδο αλλά και των Θεσσαλονικέων.
Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο της συγγραφέως «Θεσσαλονίκη, η χιλιόχρονη συμβασιλεύουσα

