Γράφει η Δέσποινα Χιντζογλου-Αμασλιδου
Το όνειρο των Ελλήνων στρατιωτών, που κατατάχθηκαν στον στρατό τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου του 1940, ήταν η απελευθέρωση της Βόρειας Ηπείρου.
Παρά τον βαρύ χειμώνα κατάφεραν να εξουδετερώσουν την ιταλική επίθεση των 14 μεραρχιών, αλλά και των Αλβανών εθελοντών που είχαν συμφωνήσει με τον Μουσολίνι να τους αποδοθεί όλη η Ήπειρος μετά το τέλος του πολέμου. Η στρατιά μας είχε τρία σώματα στρατού με επτά μεραρχίες.
Η πρώτη μάχη άρχισε στις 5:30 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου του 1940. Ο Ιταλός Διοικητής των στρατευμάτων της Αλβανίας Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα, με δύναμη 4 μεραρχιών και συμμετοχή ενός τάγματος Αλβανών, άρχισε την προέλαση εντός του ελληνικού εδάφους και την καταστροφή των οχυρώσεων του ελληνικού στρατού, τις οποίες είχε κάνει από πολύ νωρίς ο στρατηγός Κατσιμήτρος Χαράλαμπος, διοικητής της 8ης μεραρχίας. Οι αλλεπάλληλες αεροπορικές επιθέσεις των ιταλικών αεροπλάνων στο πεδίο των μαχών ανάγκασαν τον Κατσιμήτρο να υποχωρήσει προς το Καλπάκι.
Στις 3 Νοεμβρίου η ιταλική μεραρχία «Κενταύρων» πλησιάζει το Καλπάκι με δύο φάλαγγες αποτελούμενες από 30 άρματα η μία και 50 η άλλη. Όταν έφτασαν σε απόσταση βολής ο στρατός μας άρχισε τις βολές και τα τέσσερα αντιαρματικά μας κατέστρεψαν 9 τεθωρακισμένα άρματα των Ιταλών. Οι στρατιώτες μας βγαίνοντας από τα χαρακώματα και με την ιαχή «αέρα»* που ακούστηκε για πρώτη φορά εκεί στο Καλπάκι, αιφνιδίασαν τους Ιταλούς στρατιώτες που, μην μπορώντας να προχωρήσουν μπροστά λόγω των κατεστραμμένων αρμάτων, άρχισαν να υποχωρούν. Τελικά στις 9 Νοεμβρίου αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω στην Αλβανία για να ανασυνταχθούν.
Παράλληλα, στα ορεινά της Πίνδου ο συνταγματάρχης Δαβάκης Κωνσταντίνος, με δύναμη 2.000 στρατιωτών και τέσσερα πυροβόλα, κατόρθωσε να συντρίψει ιταλική δύναμη 15.000 στρατιωτών και είκοσι πυροβόλων που είχαν ήδη καταλάβει τη Σαμαρίνα και πήγαιναν προς το Μέτσοβο. Εκεί μαχόμενος στη πρώτη γραμμή ο Δαβάκης στις 2 Νοεμβρίου του 1940 τραυματίστηκε στο στήθος και ενώ αιμορραγούσε έδωσε εντολή στον ταγματάρχη Ιωάννη Καραβία να συνεχίσει τον αγώνα. Ο ιταλικός στρατός περικυκλωμένος αναγκάστηκε να υποχωρήσει στην Αλβανία. Ο ελληνικός στρατός από 14 έως 22 Νοεμβρίου, μετά από σκληρές μάχες στα βουνά Μοράβα και Ιβάν, καταλαμβάνει τη Κορυτσά.
Στις 3 Δεκεμβρίου καταλαμβάνουν την Πρεμετή, στις 5 το Δέλβινο, στις 6 τους Αγίους Σαράντα και στις 8 το Αργυρόκαστρο. Ο πληθυσμός του Αργυροκάστρου υποδέχτηκε στον δρόμο τον ελληνικό στρατό με ελληνικές σημαίες και ζητωκραύγαζε υπέρ της απελευθέρωσης και της ένωσής τους με την Ελλάδα. Όλοι οι στρατιώτες φιλοξενήθηκαν στα σπίτια των πολιτών για λίγες μέρες. Στις 22 Δεκεμβρίου έγινε η κατάληψη της Χειμάρρας και στις 10 Ιανουαρίου η κατάληψη της Κλεισούρας. Ο Μουσολίνι μετά από όλη αυτήν την αρνητική εξέλιξη αντικατέστησε τον στρατηγό του και άρχισε να ετοιμάζεται για την «εαρινή επίθεση» και μάλιστα ήταν και ο ίδιος στην Αλβανία προς ενίσχυση του ηθικού του στρατού του. Τα ιταλικά στρατεύματα που εκτείνονταν από τον Αώο ποταμό έως τον Άψο ποταμό, σε μια ακτίνα κρούσης 100 περίπου χιλιομέτρων, άρχισαν να βάλλουν στις 6μιση το πρωί, στις 9 Μαρτίου, με ομοβροντία πυρών κατά του Β΄ σώματος στρατού και μάλιστα στον τομέα της 1ης μεραρχίας.
Η ιταλική επίθεση αποκρούστηκε από τον ελληνικό στρατό επιτυχώς. Στις επόμενες δύο μέρες οι μάχες συνεχίστηκαν σε όλο το μέτωπο μεταξύ Τρεμπεσίνας και Μπούμπεσι. Οι Ιταλοί εκτός των 400 πολυβόλων που διέθεταν, είχαν και ισχυρή αεροπορική υποστήριξη που έβαλε κατά των ελληνικών θέσεων. Τις μέρες εκείνες μια ιταλική φάλαγγα μπήκε στη χαράδρα Πρόι Μαθ με σκοπό να φτάσει στο ύψωμα 731. Τους πήρε όμως είδηση ο στρατός μας και μετά από σφοδρή μάχη και απώλεια 250 στρατιωτών τους, αναγκάστηκαν να παραδοθούν και μάλιστα από τους 501 αιχμαλώτους οι 20 ήταν αξιωματικοί.
Οι Ιταλοί μεταξύ Άψου και Αώου ποταμού έκαναν και πάλι συνεχείς επιθέσεις και κυρίως τη νύχτα 13 προς 14 Μαρτίου. Η μεγαλύτερη αποτυχία τους ήταν η μάχη στο Τεπελένι και η άστοχη και επίμονη προσπάθειά τους να καταλάβουν το ύψωμα 731. Οι συνολικά 18 απόπειρες κατάληψης του 731 με όλμους, πολυβόλα και αεροπορικούς βομβαρδισμούς συνετέλεσαν ώστε το ύψωμα να μειωθεί πολλά μέτρα… Τα πτώματα των στρατιωτών τους μπροστά από το ύψωμα σχημάτισαν ολόκληρο λόφο. Οι Ιταλοί μετά από αυτά ζήτησαν ολιγοήμερη ανακωχή για να θάψουν τους νεκρούς τους. Η μάχη αυτή στο Τεπελένι και στο 731 ήταν η τελευταία προσπάθεια του Ιταλικού στρατού επί αλβανικού εδάφους αλλά και η τελευταία ένδοξη και νικηφόρα παρουσία του ελληνικού στρατού στη νεότερη Ιστορία του.
*Οι βυζαντινοί τους πρόγονοι φώναζαν «αήρ»!
Βιβλιογραφία : Έκθεση της Πολεμικής Ιστορίας των Ελλήνων (Αθήνα, 1970, εκδοτική Ελλάδος Α.Ε.)

