
Γράφει ο Παναγιώτης Κουμουνδούρος
…Φτωχοί που περνάνε στους δρόμους, κρύβοντας στα φαρδιά ξεχειλωμένα πανωφόρια τους κάποιον ποιητή, που τον αρνήθηκε η τύχη ή τον ξεγέλασαν οι περιστάσεις, αλλά που τους χαρίζει καμιά φορά τα πιο ωραία τους δάκρυα.
Οι ποιητές γυρίζουν ανάμεσά μας.
Τάσος Λειβαδίτης
Το αβέβαιο μέτρο της ψυχής
Έχω ένα κομμάτι ουρανό κρυμμένο
στην τσέπη του σακακιού μου,
σαν ένα παράνομο σημείωμα
που φοβάσαι να το κοιτάξεις στο φως.
Τον βγάζω μόνο όταν βραδιάζει,
τότε που η μοναξιά
δεν ζητάει πια εξηγήσεις,
παρά μόνο μια σιωπηλή παρέα
για να περάσει απέναντι.
Χαϊδεύω τις λέξεις
με μια ευλάβεια σχεδόν τρομακτική
όπως το παιδί που ακουμπάει τη γάτα στην ξώπορτα
φοβούμενο μην πληγώσει την αθωότητα του κόσμου.
Γράφω γιατί δεν έμαθα
ποτέ άλλο τρόπο να αγκαλιάζω
τους ανθρώπους χωρίς να τους τρομάζω.
Κι όταν οι άλλοι μιλούν
για τα μεγάλα κατορθώματα και τις δόξες,
εγώ κοιτάζω ένα φύλλο που πέφτει σιωπηλά στο χώμα.
Κι έπειτα, χωρίς να πω λέξη,
σκάβω βαθιά με το μολύβι μου
ως τη ρίζα του κόσμου,
εκεί που οι λέξεις είναι σαν τα μωρά
φοβισμένες και γεμάτες δάκρυα
Πίσω από το θολό τζάμι,
με το πρόσωπο κολλημένο στο παγωμένο φως,
κοιτάζω τον κόσμο που βουλιάζει σιωπηλά
σαν παλιό ναυάγιο που ταξιδεύει στη λήθη.
Ύστερα κάθομαι ακίνητος
με τις σιωπηλές χειρονομίες του ηλιοβασιλέματος,
αυτές που προσπαθούν
να συγκρατήσουν το φως
πριν το ανεπανόρθωτο σκοτάδι.
Γράφω πάνω στο τζάμι της βροχής
δίχως να ξέρω αν με διαβάζει κανείς.
Στα γραφτά μου χρόνια τώρα παλεύουν
χωρίς σταματημό μεγάλα γεγονότα ,οράματα,
ταπεινές ανεκπλήρωτες επιθυμίες ,
όλες η ιστορίες του κόσμου
οι αμαρτίες και οι παράδεισοι.
Μαζεύω τις σκιές απ’ τα μάτια των περαστικών
και τις στολίζω με ήλιο,
κρατώντας μια σελίδα γεμάτη γράμματα
διπλωμένη στην τσέπη μου
όπως οι άλλοι κρατούν τις φωτογραφίες
των αγαπημένων που χάθηκαν.
Κάποιο βράδυ είδα στον ύπνο μου
μια λέξη να περπατάει ολομόναχη.
Την ακολούθησα μες στο σκοτάδι,
προσέχοντας μην ξυπνήσω τις πέτρες.
Σκύβω στο χώμα και μαζεύω φωνές
που κανείς δεν θυμάται πια,
ψίχουλα που οδηγούν σε ένα όνειρο τυλιγμένο στο μύθο.
Δεν ζητάω χειροκροτήματα.
Μου φτάνει να ξέρω πως κάπου,
σε μια απόμερη κάμαρα,
ένας άγνωστος χαμογέλασε διαβάζοντας μόνο ένα κόμμα.
Ανοίγω την αγκαλιά μου στα άστρα,
μα ξέρω καλά με μια πίκρα που έρχεται από πολύ μακριά,
πως με όλα τα άστρα του ουρανού ν ‘αγκαλιάσω
δεν θα μπορέσω να αναστήσω αυτόν τον κόσμο.
Γιατί η ζωή μου δεν ήταν ποτέ ο στίχος.
Ήταν το κενό ανάμεσα
στις γραμμές και το αβέβαιο μέτρο της ψυχής.
Ονειρεύομαι…
Η ποίηση είναι το φως που αναζητάει την αλήθεια μέσα στο σκοτάδι των λέξεων.
Αυτή η συλλογή είναι ένα ταξίδι στη φαντασία, τον πόνο και την κοινωνική φωνή, όπου ο ποιητής γίνεται καθρέφτης
της εποχής και της ψυχής.
Η ποίηση είναι ένα αίνιγμα από συνηθισμένα λόγια.
Η αληθινή ποίηση δεν είναι ανακάλυψη, μα αποκάλυψη.
Κοιμάμαι με μάτια ανοιχτά,
βλέπω πέρα από το πέπλο της καθημερινότητας,
χτίζω κόσμους που οι άλλοι αγνοούν,
ζωγραφίσω το αύριο που φοβάμαι.
Αναζητώ λέξεις χαμένες στο χρόνο,
το φως μου, ένα κλειδί μυστικό
που ξεκλειδώνει τις πόρτες του χρόνου.
Βρήκα στον βυθό της γαλήνης
ένα θραύσμα από σένα.
Δεν μύριζε τίποτα, μα έφερε τη μορφή σου
όπως την άφησε ο πόνος,
ακριβή, ατελή,
σαν απολίθωμα φιλιού.
Η ποίηση δεν είναι ερωμένη,
είναι εργάτρια με ραγισμένα χέρια.
Καμιά φορά, σου δίνει ένα χάδι
κι είναι σαν να μπαίνει φως απ’ το παρελθόν
σε σκοτεινό δωμάτιο.
Εξορύσσει μια πέτρα από παλαιό
πόνο και τη σμιλεύει.
Λειαίνει τις γωνίες,
αποποιείται μερικές προεξοχές,
την απομακρύνει για να τη βλέπει καλύτερα,
συνεχίζει με τη σμίλη ορθολογίζοντας
τις ασυμμετρίες και καταφέρνει ένα
σχεδόν τέλειο βότσαλο, αλαβάστρινο,
το προικίζει με την εξαίρετη ιδιότητα να απορροφάει,
αλλά και να εκπέμπει ένα ασαφές φως,
η ένταση του μετριέται
σε λυχνίες επούλωσης ή εξιλέωσης.
Κοιμάται ο κόσμος σε λάθος στιγμή,
τα όνειρα τρέμουν στην άκρη του βουνού,
μα δεν κλείνω τα μάτια.
Στέκομαι όρθιος με τα αυτιά τεντωμένα,
ακούω τις ενοχές που φωνάζουν,
με λέξεις σαν πυρσούς τις φωτίζω.
Υπάρχουν νόμοι γραμμένοι στην καρδιά,
που κανείς δεν τολμά να ξεστομίσει.
Τους ξέρω δεν τους γράφω,
μα τους ψιθυρίζω στους δρόμους,
στις πλατείες, σε κάθε γωνιά που διψά για δικαίωση.
Κάθε λέξη είναι μια πρόκληση,
ένα κάλεσμα σε δράση, μια υπόσχεση για ξημέρωμα.
Το μέλλον δεν είναι γραμμένο,
είναι μια σελίδα άσπρη,
που περιμένει το μελάνι της προσφοράς και της θυσίας.
Κρατώ το πινέλο,
αλλά όχι για να ζωγραφίσω το μέλλον
για να δώσω φωνή σ’ εκείνους που δεν έχουν,
να θυμίσω πως η επανάσταση
αρχίζει πάντα με μια λέξη. Εμπρός…
Κοιμάμαι σαν το λαγό,
με το αυτί τεντωμένο στην άγνωστη μελωδία
τη λέξη που δεν ειπώθηκε ακόμα,
την λέξη που περιμένει να σπάσει τη σιωπή,
και να γίνει φως μέσα στο σκοτάδι.
Κάθε στίχος είναι ένα κλειδί,
που ανοίγει μια πόρτα στον εαυτό σου,
στον άνθρωπο, στον κόσμο, στο μέλλον.
Η ποίηση δεν τελειώνει με το γράψιμο
αρχίζει εκεί όπου οι λέξεις γίνονται ζωή.

