Γράφει η *Μαίρη Μάκρα
(9η συνέχεια)
(Σύνδεση με το θέμα: Στην 9η συνέχεια του μυθιστορήματος- κι ενώ η παιδική ψυχή περπατά στα όρια του φόβου- εμφανίζεται και το μοιραίο παντελόνι, ένα απλό ρούχο που μετατράπηκε σε «αποδεικτικό στοιχείο» μιας ψεύτικης κατηγορίας. Ένα σύμβολο του πώς η Ελλάδα της εποχής μπορούσε να στήσει κατηγορητήρια πάνω σε φόβους, φήμες και πάθη. Ένα ρούχο που όρισε ζωές, όπως όρισε και την πορεία της δικής της οικογένειας. Αυτή η συνέχεια δεν αφηγείται μόνο μια προσωπική ιστορία· φωτίζει μια ολόκληρη εποχή. Μια εποχή όπου το σκοτάδι εγκαταστάθηκε τις ψυχές των ανθρώπων)
ΤΟ ΜΟΙΡΑΙΟ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙ
«Δάσκαλε, γιατί θύμωσες; Επειδή σου ’φαγα τα κρεμμύδια;»
Αχ, αυτά τα κρεμμύδια μέσα στην ντοματοσαλάτα είναι τόσο γλυκά! Αρέσουν τόσο πολύ στον Λευτεράκη, που δίχως να το πολυσκεφτεί, τα έφαγε όλα. Και τότε πήρε χαμπάρι ότι ο δάσκαλος – ο πατέρας μου, είπαμε – που καθόταν συνήθως κοντά του την ώρα του φαγητού και μοιράζονταν με τόση χαρά τη ντοματοσαλάτα και τα κρεμμύδια της, δεν γελούσε πια.
Μπορεί και να του θύμωσε;
«Γιατί δε γελάς, δάσκαλε; Θύμωσες;», τον ρωτάει και τον ξαναρωτάει με ανησυχία.
«Δε θύμωσα, Λευτεράκη μου. Σκέφτομαι», του απαντάει ο πατέρας.
Ο χειμώνας έσφιξε για τα καλά. Το χιόνι έκλεισε τα μονοπάτια. Το τσουχτερό κρύο διαπερνάει τα ρούχα.
«Αυτό το χοντρό παντελόνι, μπάρμπα-Νίκο, το μάλλινο, είναι ό,τι πρέπει για τον χειμώνα.»
«Μου το προμήθευσε ο γιος μου, δάσκαλε. Αυτός που είναι στο Γενικό Επιτελείο Στρατού, στην Αθήνα… ξέρεις, ε;»
«Ναι, ξέρω», απαντάει ο πατέρας και τον ρωτάει:
«Γίνεται να έχω κι εγώ ένα; Πόσο κάνει, να στο πληρώσω;»
Το κανονίσανε: ένα πεντακοσάρικο. Ο μπάρμπα-Νίκος θα ξαναπάει στην Αθήνα. Ο πατέρας περιμένει το μάλλινο παντελόνι για να ζεσταθεί το κορμί του.
Γύρισε ο μπάρμπα-Νίκος από την Αθήνα και του επέστρεψε το πεντακοσάρικο.
«Δεν έχει παντελόνια μάλλινα. Τελείωσαν», του είπε κοφτά.
Τι κρίμα! Το χιόνι δυνάμωσε. Το παντελόνι του πατέρα δεν κρατάει το κρύο. Πηγαινοέρχεται στο σχολείο κάθε μέρα και τις άλλες ώρες κάθεται μπροστά στο αναμμένο τζάκι. Δεν μιλάει πολύ. Μοιάζει σαν κάτι να περιμένει.
Αυτός ο χειμώνας είναι άγριος και τα νέα φτάνουν αργοπορημένα σ’ εμάς — αλλά φτάνουν. Το τηλεγράφημα που έλαβε η Χωροφυλακή της κοντινής κωμόπολης, της Βάθειας, ήταν από το Γενικό Επιτελείο Στρατού.
Και η καθαρεύουσα και η δημοτική γλώσσα λένε τα ίδια. Και οι λέξεις δεν αλλάζουν τα γεγονότα, ούτε το νόημα.
Και το νόημα ήταν ξεκάθαρο: “Αυτός ο δημοδιδάσκαλος, που αυτόν τον χειμώνα ζούσε στο χωριό Σέτα και μάθαινε τα παιδιά γράμματα, έκανε ετοιμασίες για ν’ ανέβει στο βουνό. Για να συστήσει ομάδα με αντάρτες; Για να συναντήσει αντάρτες; Το ρήμα δεν άλλαζε την ουσία – και η ουσία ήταν οι αντάρτες.
Πότε, όμως, έγινε αυτό το φοβερό και δεν το πήραμε είδηση; Ετοιμασίες για το βουνό; Ένα μάλλινο παντελόνι ήθελε, για τον βαρύ χειμώνα, και μία υφαντή μπάντα, που τη στερέωσε πάνω από το κρεβάτι – στο δωμάτιο που κοιμόταν με τη μητέρα – επειδή ο τοίχος είχε υγρασία.
Ετοιμασίες; Είναι ανήκουστο! Είναι άδικο! Ο Κοτρογιάννης το ήξερε. Η Χωροφυλακή το ήξερε;
Για να το μάθει, όπως φαίνεται, από πρώτο χέρι, ζήτησε να μιλήσει με τον πατέρα.
Και ήρθε το έγγραφο:
«Αυτοπροσώπως και εντός ημερών»… και… «παρακαλείσθε» και «όπως μην αμελήσετε»… και με άλλα λόγια: μη σας κατέβει η ιδέα να αμελήσετε. Αυτοπροσώπως να είστε εδώ!
«Ας μη γελιόμαστε, Γιώργη. Ήρθε ο καιρός, και το ξέρεις καλά… Ή θα πάω ή θα έρθουν αυτοί να με συλλάβουν», είπε ο πατέρας στον Κοτρογιάννη.
«Μα είναι άδικο, δάσκαλε! Είναι φτιαχτό! Επειδή ήθελες ένα μάλλινο παντελόνι, πάει να πει ότι ετοιμαζόσουν να ανέβεις στο βουνό με τους αντάρτες; Σε ποιο κεφάλι γνωστικό χωράει αυτή η βλακεία;»
Αναστατωμένος ο Κοτρογιάννης, δεν πίστευε σ’ αυτό που γινόταν μπροστά στα μάτια του. Πηγαινοερχόταν πάνω-κάτω στο δωμάτιο με το τζάκι και έλεγε τα ίδια και τα ίδια.
«Μα είναι ολοφάνερο! Πάνε γυρεύοντας να σου φορτώσουν τη ρετσινιά για να σε πάνε μέσα. Φυλακή; Εξορία;»
«Και τι μου απομένει, Γιώργη; Ν’ ανηφορίσω στο βουνό για να τους κρυφτώ; Αν το είχα διαλέξει, θα ήμουν κιόλας εκεί πάνω — μα δεν το διάλεξα», απάντησε μια κι έξω ο πατέρας.
Και έκανε αυτό που τον πρόσταξε η Χωροφυλακή. Αυτοπροσώπως πήγε να παρουσιαστεί.
Έφυγε από κοντά μας. Πήγε και ο Κοτρογιάννης μαζί του. Πήρε τον δρόμο, όπως κάθε μέρα, κατά το σχολείο. Μόνο που τώρα γύρισε και μας κοίταξε. Εκεί, στη στροφή. Μία φορά. Μας κοίταξε και μας χαμογέλασε.
Πατέρα μου!
Δε γίνεται να φεύγεις κι εγώ να το βλέπω!
Δεν γίνεται να σε παίρνουν μακριά μου, γιατί δεν το θέλω εγώ!
Εγώ, που κάθομαι πάνω στο μεγάλο λιθάρι της αυλής και δεν μπορώ να σου φωνάξω, γιατί δε σε βλέπω.
Επειδή σκύβω το κεφάλι μου κάτω, ως κάτω στη γη.
Να κρύψω τα μάτια μου, να τα σκεπάσω με τα μαλλιά μου — κανένας να μην τα δει. Κανένας να μην πει ότι κλαίω.
Επειδή, αν το ακούσεις, θα λυπηθείς. Και δε θέλω να λυπηθείς.
Ποτέ!
Κι αυτοί που σε πήραν, να πεθάνουν!
«Θεούλη μου, σε παρακαλώ πολύ, να με βοηθήσεις να πεθάνουν όλοι όσοι πήραν τον πατέρα μου μακριά μου!»
Έτσι μίλησε με όλη της τη δύναμη η ψυχή μου. Μίλησε στον Θεούλη μου.
Μετά, έκανα τον σταυρό μου κάτω από το αναμμένο καντήλι — τρεις φορές και γονατιστή.
Ύστερα, χώθηκα κάτω από μια μάλλινη βελέντζα και περίμενα.
Μπορεί ν’ ακούσω τα βήματά του στην αυλή.
Μπορεί να τον άφησαν και να γυρίζει τώρα στο σπίτι.
Δεν πρέπει να κοιμηθώ. Πρέπει ν’ αφουγκράζομαι συνέχεια… τα βήματα στην αυλή!
***
Η «Κουρκουλιά», όπου μεταφερθήκαμε εγώ και η μαμά, δεν ήταν ένα απλό χειμαδιό, κάπου χαμηλά στη μεγάλη χαράδρα. Ήταν ένα απάνεμο μέρος, με καταπράσινες πλαγιές και πολλά δέντρα. Ήταν τα χωράφια του Κοτρογιάννη με τις πολλές καρυδιές· τα χωράφια του ή, αλλιώς, η δουλειά του—που θα πει, το δεύτερο του σπίτι.
Η οικογένεια περνούσε εκεί μεγάλο μέρος του χρόνου. Οι δουλειές στα δέντρα και στα χωράφια καθόριζαν μόνες τους πότε θα άφηναν το χωριό για να εγκατασταθούν στην Κουρκουλιά. Τότε, το σπίτι στη Σέτα σχεδόν άδειαζε. Μονάχα η μαμή άναβε το τζάκι και τα μικρότερα παιδιά πηγαινοέρχονταν. Το ίδιο και η Κοτρογιάνναινα, που φρόντιζε να υπάρχει φαγητό για όλους—για όσους έμεναν στο σπίτι, για όσους δούλευαν κάτω στα χωράφια και για όσους παρέμεναν στο χωριό.
Εκεί πήγαμε, λοιπόν, εγώ και η μαμά. Στην Κουρκουλιά. Μα, όταν πέρασαν λίγες μέρες, η μαμά έφυγε.
—Πρέπει να πάει να δει τι κάνει ο πατέρας σου, αλλά θα έρθει γρήγορα πίσω. Μη φοβάσαι! με καθησύχασε η Κατίνα, η μεγαλύτερη από τις αδερφές.
Ήταν ψηλή, δυνατή και όμορφη. Ήξερε να κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού. Γνώριζε όλα τα δέντρα. Με σήκωνε στην αγκαλιά της, μου έδινε δύο μεγάλα φιλιά στα μάγουλα και μου έλεγε:
—Μη φοβάσαι τίποτα, καλό μου! Εγώ είμαι εδώ!
Και όλα ήταν καλά, μέχρι που έφτανε το απόγευμα. Τι βαρύς που γινόταν τότε ο ήλιος! Κατέβαινε χαμηλά, φώτιζε τα κυπαρίσσια, βάραινε ο ίσκιος τους ολόγυρα και βουβαίνονταν η γη.
Έπαιρνα τότε βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να διώξω από πάνω μου εκείνο το παράξενο βάρος που μου πλάκωνε την ψυχή, να ξανασάνω. Αλλά αυτός εκεί! Δεν έλεγε να πάει λίγο πιο πέρα! Έφερνα μια βόλτα στο σπίτι, κοίταζα τα δέντρα στην πίσω μεριά, γύριζα στην μπροστινή αυλή. Ο ήλιος, εκεί! Γιατί δεν έφευγε; Να ανασηκωθεί λίγο· να πάρουμε μια ανάσα!
Μπα, αμετακίνητος! Σαν να έπεφτε σε πηγάδι βαθύ και με τραβούσε μαζί του στα σκοτεινά.
Καθόμουν κι εγώ κοντά στο πουρνάρι και κοίταζα μακριά. Τι άλλο μπορούσα να κάνω; Όλοι είχαν φύγει. Κι εγώ περίμενα, μήπως και αλλάξει κάτι.
—Αύριο θα ’ρθει η μαμά σου, με διαβεβαίωνε κάθε μέρα η Κατίνα, περνώντας βιαστικά από δίπλα μου, μέσα στις δουλειές της.
«Αύριο…», σκεφτόμουν, και οι ώρες μεγάλωναν. Γέμιζαν από νύχτες, από απογεύματα, από πολλά πρωινά. Μέχρι που γέμισαν κι από σύννεφα, που κατέβηκαν ως τη γη, πάνω απ’ το σπίτι, και σκέπασαν την Κουρκουλιά.
Κι άρχισε η βροχή. Μεγάλη μπόρα· δυνατή, με αστροπελέκια και μπουμπουνητά. Τα κούτσουρα έτριζαν στο τζάκι, οι φλόγες ανέβαιναν ψηλά, κι ο χρόνος χανόταν, σαν τον καπνό που έφευγε από την καπνοδόχο.
Και ήρθε εκείνη η νύχτα. Στην αρχή ακούσαμε μια φωνή, που αμέσως την έπνιξε η αστραπή, κι από κοντά τα μπουμπουνητά. Η Κατίνα όμως κατάλαβε—ή νόμισε πως κατάλαβε.
Με άρπαξε βιαστικά, με τύλιξε με μια υφαντή κουβέρτα και, σφίγγοντάς με στην αγκαλιά της, πετάχτηκε μέσα στη νύχτα, αδιαφορώντας για τη βροχή. Ήταν σχεδόν σίγουρη πως εκείνη που περνούσε με το άλογο και μας φώναξε ήταν η μαμά, και πως ήθελε να με πάρει μαζί της εκεί που πήγαινε.
Ανέβηκε το μονοπάτι τρέχοντας η Κατίνα. Άκουγα την αναπνοή της, μπερδεμένη με τους ήχους της βροχής.
Ξαφνικά στάθηκε. Ένα άλογο έστριβε στο γύρισμα του δρόμου. Τα πέταλά του ακούγονταν βιαστικά πάνω στο μονοπάτι. Η βροχή μάς έδερνε. Το άλογο δεν σταμάτησε. Γυρίσαμε στο σπίτι.
«Γιατί δεν με πήρε μαζί της;» σκεφτόμουν. Ήταν η μητέρα πάνω στο άλογο, το ήξερα, το ένιωθα. Γιατί δεν με περίμενε;
—Το παιδίιι! φώναξε από μακριά, κι εγώ την άκουσα. Ήμουν σίγουρη ότι φώναξε “το παιδίιι”.
—Όχι, το παιδί… το κλειδίιι φώναξε! επέμενε η Παρασκευή, που μας περίμενε στο σπίτι.
Ούτε «παιδί» είπε ούτε «κλειδί», όπως μάθαμε αργότερα. Μια φωνή έβγαλε μόνο, για να μας ειδοποιήσει πως είχε έρθει βιαστικά, εκείνο το βράδυ. Θα πήγαινε στο σπίτι στη Σέτα για να πάρει ρούχα που θα χρειαζόταν ο πατέρας και θα έφευγε το πρωί-πρωί.
Ο πατέρας ήταν στο κρατητήριο, στη Χαλκίδα. Έπρεπε να είναι κοντά του. Να δει τι θα γίνει μ’ εκείνον… και τι θα απογίνουμε εμείς.
Ακολουθήστε μας και στο Google news
