Λογοτεχνία

Άγνωστες λέξεις της ζωής

Γράφει η *Μαίρη Μάκρα

(Εποχή Εμφυλίου στην Ελλάδα)

***

Πρόλογος

Αυτό δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα.
Είναι μια κραυγή!
Μια κατάθεση ψυχής, βγαλμένη από την πιο σκοτεινή και διχασμένη εποχή της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

Με το παρόν αυτοβιογραφικό έργο, καταγγέλλω ανοιχτά το μικρόβιο της διαμάχης που, αιώνες τώρα, κατατρώει τα σωθικά της ελληνικής κοινωνίας. Σε κάθε γωνιά αυτής της πατρίδας, όπου άλλοτε ανθούσε ο στοχασμός και το φως, κυριάρχησε η στείρα αντιπαράθεση. Αδέλφια εναντίον αδελφών.

Ιδεολογίες που αντί να ενώσουν, έσπειραν το μίσος. Πολιτικές παρατάξεις που αντί να υπηρετήσουν τον άνθρωπο, τον ποδοπάτησαν. Και μέσα σ’ αυτό το χάος, πάντα οι ίδιοι χαμένοι: οι αγνοί, οι οραματιστές, τα παιδιά…

Η ηρωίδα μου – ένα μικρό κορίτσι – κοιτάζει γύρω της και δεν καταλαβαίνει. Όλα είναι θολά: λέξεις βαριές, πρόσωπα σκυθρωπά, αποφάσεις ακατανόητες. Η λογική αδυνατεί να εξηγήσει· μόνο η ψυχή της ψιθυρίζει την αλήθεια. Κι εκείνη την ακούει. Έτσι, μέσα απ’ τα παιδικά της μάτια, ο Εμφύλιος αποκτά άλλη όψη. Τα χρώματα του πολέμου μπλέκονται με τα χρώματα της αθωότητας και το αποτέλεσμα είναι ένα βαθιά ανθρώπινο χρονικό, τρυφερό αλλά και ωμό, συγκινητικό αλλά και αφυπνιστικό.

Γιατί αυτή η ιστορία δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν.
Ανήκει και στο παρόν μας.
Και, αν δεν προσέξουμε, και στο μέλλον μας.

***

ΑΝΟΙΓΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΥΛΑΙΑ

Θυμάμαι μόνο το σπασμένο κεφάλι, χτυπημένο με χοντρό ξύλο και τυλιγμένο με επιδέσμους. Τίποτε άλλο. Ύστερα, ένα κενό γκρίζο, δίχως συναισθήματα, και οι μέρες, η μία πίσω απ’ την άλλη, χωρίς προορισμό. Μόνο η φιλενάδα μου η Ιωάννα, που επαναλάμβανε συνέχεια και μονότονα:

– Πάει ο πατεάκος σου, Μαιούλα μου… Πάει ο πατεάκος σου, Μαιούλα μου…

Και ο φόβος – τεράστιος – γέμιζε τον χώρο ολόγυρα. Ο χρόνος έμοιαζε με πυκνή, ακίνητη μάζα. Στάθηκε. Στάθηκαν και οι άνθρωποι: με σφιγμένα κορμιά, παγωμένα χαμόγελα, μουδιασμένη σκέψη, χαμένα συναισθήματα.

Τις νύχτες, τα σπίτια άνοιγαν με κλωτσιές. Ομάδες οπλισμένων τραβούσαν άντρες στο αλώνι του χωριού ή σε υπόγεια, τους έδερναν, τους τσάκιζαν. Κι η Ιωάννα έσμιγε τις παλάμες της με απελπισία και μου ξανάλεγε:

– Πάει ο πατεάκος σου, Μαιούλα μου…

Ήταν τριών χρονών. Ήμασταν φιλενάδες. Παίζαμε τις κουμπάρες στην αυλή της γιαγιάς μου, παντρεύαμε τις κούκλες μας και φτιάχναμε μπομπονιέρες με κομμάτια τούλι. Τις γεμίζαμε με σταφίδες και καρύδια. Δεν ξέραμε τι είναι το Ε.Λ.Α.Σ, ούτε η «Επικράτηση της Δεξιάς», ούτε ο «Αφοπλισμός του Ε.Λ.Α.Σ», που ακούγαμε γύρω μας συνέχεια.

Κι ύστερα… τι πάει να πει «αφοπλισμός» και «Δεξιά» και ομάδες, και νύχτες που ανοίγουν τα σπίτια και τραβούν τον πατέρα στο αλώνι και τον σαπίζουν στο ξύλο;

Ποιοι είναι αυτοί που μου τον παίρνουν, τον δικό μου πατέρα; Του σπάνε τα κόκαλα και μετά τον φυλάνε με τα όπλα σε ένα μουχλιασμένο κατώι. Κι εγώ απ’ έξω, να τον βλέπω εκεί μέσα στα σκοτεινά και να μη ξέρω γιατί.

Γιατί οι άνθρωποι με τα όπλα έχουν αγριεμένα μάτια; Φοβάμαι τις νύχτες, μήπως χτυπήσουν την πόρτα μας και μας πάρουν όλους. Φοβάμαι και τις μέρες. Οι ώρες πάγωσαν. Δεν έχουν χρώμα. Ούτε μυρωδιές.

Δεν μυρίζει πια μεσημέρι. Ούτε απόβραδο. Ούτε αγιόκλημα. Ούτε σπαρμένο χωράφι. Και ο πατέρας δεν είναι εκεί να μου πει τι ώρα είναι.

Ήταν τόσο όμορφο το ρολόι του! Ασημένιο, με δύο δείχτες και χοντρή αλυσίδα. Το είχε φέρει ο παππούς απ’ την Αμερική. Ο πατέρας το έβγαζε απ’ το τσεπάκι του γιλέκου, άνοιγε το καπάκι και έλεγε:

– Μία παρά τέταρτο!

Αυτό σήμαινε: ώρα για φαγητό. Ήταν το πιο σταθερό ρολόι. Δεν έχανε δευτερόλεπτο. Κι όταν το βράδυ το κούρδιζε, ήξερα ότι ήταν ώρα για ύπνο. Μου έλεγε μια ιστορία του Νικηταρά ή του Κολοκοτρώνη, και η μέρα τελείωνε. Καληνύχτα. Αύριο πάλι, πρωί-πρωί με το ασημένιο ρολόι.

Και τώρα… τίποτα.

Η γιαγιά κλειδαμπάρωνε την αυλόπορτα απ’ το απόγευμα και αφουγκραζόταν τα βήματα των περαστικών πίσω απ’ τον ψηλό μαντρότοιχο. Όταν πεινούσα, μου φρυγάνιζε ψωμί στη θράκα και το άλειφε με λάδι. Στο σούρουπο, έβαζε τον μεγάλο σύρτη.

Τη μητέρα δεν την θυμάμαι εκείνη την εποχή ως πρόσωπο. Μόνο ως παρουσία. Σταθερή. Σαν κρίκος που με έδενε με τη γη. Εκείνη ήταν «εμείς». Κι εμείς, μια μέρα, βρεθήκαμε μακριά από το κενό, τα ρόπαλα, τον φόβο.
Ήταν ένα ψηλό άλογο που μας κουβάλησε μακριά, στο σαμάρι του. Πέρα από το χωριό της γιαγιάς. Γύρω μας, δάσος.

Τρακ, τρακ, τρακ, τρακ – κατέβαινε το άλογο στο μονοπάτι. Λιθάρια κατρακυλούσαν στις πλαγιές, χάνονταν μέσα στα έλατα.

Ο πατέρας και η μητέρα τα είχαν συμφωνήσει. Όταν εκείνη τον είδε στο κρατητήριο μιας κοντινής πόλης, της το πρότεινε: να φύγουμε εμείς οι δύο – εγώ και η μητέρα – απ’ τα Καμάρια, και να πάμε στο Μετόχι, στο χωριό της. Εκείνος, όταν θα τον άφηναν, θα ερχόταν να μας βρει.

Γιατί θα τον άφηναν. Το πίστευε. Κι έγινε. Δεν βρήκαν κανένα στοιχείο εναντίον του. Το ότι πολέμησε στην Αντίσταση δεν ήταν έγκλημα. Ήταν αγώνας. Κι αυτοί τον σακάτεψαν γι’ αυτόν τον αγώνα. Τον χτύπησαν επειδή δεν είχαν άλλο τρόπο να ξεσπάσουν.

Και τον έγραψαν στα μαύρα κατάστιχα, «επειδή ήταν από τους άλλους».

Κι όταν ο κόσμος χωρίζεται στους «δικούς μας» και «στους άλλους», μη ρωτάς πολλά «γιατί». Θα σε σφάξουν και μόνο επειδή ρώτησες να μάθεις την αλήθεια.

Κι ύστερα… ποια αλήθεια; Αυτή των δυνατών ή των κατατρεγμένων; Δεν ρώτησα ποτέ. Όσα έγιναν, τα έμαθα αργότερα από κομματιασμένες συζητήσεις. Και έδεσα τις αφηγήσεις με τις αναμνήσεις μου. Ή μάλλον… με τα συναισθήματά μου.

-Λοιπόν, μικρή μου, για πες μας τώρα, τι προτιμάς; με ρωτά η καρδιά μου.

Τι προτιμώ; Ένα χωράφι με στάχυα. Ένα αλώνι με μεγάλους σωρούς από στάρι. Να γεμίσω τις χούφτες μου με τον χρυσαφένιο καρπό και να τον νιώσω να γλιστρά πάνω στο κορμί μου σαν ζεστό χάδι.

– Εσύ δεν τον θυμάσαι, διηγείται η μητέρα τα βράδια μπροστά στο αναμμένο τζάκι. Ήσουν μικρό… ενός ή ενάμισι χρονών. Ο παππούς ο Αντώνης σ’ έπαιρνε αγκαλιά και σε πέταγε ψηλά, πάνω στον μεγάλο σωρό από στάρι που είχαμε στ’ αλώνια. Από κει ψηλά, εσύ γλιστρούσες από πάνω ως κάτω στο στάρι και τσίριζες. Εκείνος γελούσε, σε έπαιρνε ξανά στην αγκαλιά του και σε σήκωνε ψηλά. Σ’ αγαπούσε τόσο πολύ… Μα δεν πρόλαβε να σε χαρεί. Πέθανε τον άλλο χρόνο.

Δεν μίλησα ποτέ σε κανέναν για τον παππού Αντώνη. Υπάρχει κάτι να πεις για τα κομμάτια της ψυχής σου;

Τα κουβαλάς πάντα μέσα σου. Μαζί τους είσαι εσύ.

– Τ’ απογεύματα σ’ έπαιρνα και πηγαίναμε στη θειά-Μαριάννα. Τη θυμάσαι τη θειά-Μαριάννα; ξαναρωτά η μητέρα.

Κοίτα τώρα, για να σου εξηγήσω… Όταν μιλάς για αγαπημένα πρόσωπα, δεν ξέρεις από πότε τα θυμάσαι. Κάποια στιγμή παίρνουν θέση στις αναμνήσεις σου — με πράξεις, με λόγια ή με την απλή παρουσία τους.

Όπως η θειά-Μαριάννα. Δεν ξέρω πότε πήρε σάρκα και οστά στη μνήμη μου. Ήταν πάντα ένα συναίσθημα. “Θειά-Μαριάννα” πάει να πει: δύο μήλα κόκκινα. Σφιχτά και γυαλιστερά. Ύστερα, ήταν η Καλοσύνη. Και για να μη τα μπερδεύουμε: σαν κόκκινα μήλα ήταν τα μάγουλά της. Την αγαπούσα γιατί μου θύμιζε τα ανθισμένα δέντρα και το γάργαρο νερό. Και δεν ήθελα να μιλούν δυνατά όταν ήμασταν κοντά της, για να αφουγκράζομαι τη φωνή της.

“Αν πάει η θειά-Μαριάννα στην πόλη και μιλήσει με τους ανθρώπους, όλοι θα ημερέψουν και θα κλάψουν για τις αμαρτίες τους», σκέφτηκα μια μέρα.

Ήταν τότε που ο θείος μου ο Στάθης —ο αδελφός του πατέρα μου— ορκίστηκε πως δεν θα την ξανάπαιρνε μαζί του στο Ξηροχώρι.

«Σταματάει στον δρόμο και καλημερίζει όλους τους περαστικούς, που της είναι όλοι άγνωστοι!», έλεγε με απόγνωση.

«Καλημέρα σας, καλημέρα σας!», χαμογελώντας χαιρετούσε τους πάντες η θειά-Μαριάννα.

«Θειά-Μαριάννα, προχώρα! Θα βραδιάσουμε!», την έσπρωχνε με απόγνωση ο θείος Στάθης.

Κι εκείνη δεν ήθελε πια να ξανακούσει για την πόλη. Της ζάλιζαν το κεφάλι όλοι αυτοί οι άνθρωποι, που πηγαινοέρχονταν βιαστικοί, χωρίς να χαιρετούν τους διπλανούς τους. Έμεινε στο χωριό κι αγαπούσε τους ανθρώπους, μέχρι που πέθανε.

Όσο για τον θείο Στάθη, με κόπο τον είπα κάποτε «θείο». Ήταν ο μικρός αδελφός του πατέρα, με είκοσι χρόνια διαφορά στην ηλικία – σχεδόν παιδί του, περισσότερο γιος παρά αδελφός. Κι εγώ τον ένιωθα… ούτε θείο ούτε μεγαλύτερο. Τον ένιωθα ως «ο δικός μου ο Στάθης».

Λοιπόν, ο δικός μου ο Στάθης δεν πιάνει πολύ τόπο στις διηγήσεις αυτής της εποχής. Ήταν μικρός. Η εποχή είχε μεγάλα προβλήματα. Ο Στάθης μας παραμεριζόταν και έβγαινε στο προσκήνιο κάθε φορά που έτρωγε πετιμέζι. Γέμιζε ένα βαθύ πιάτο, το έτρωγε όλο, τον έπιανε η κοιλιά του και στρίγγλιζε από τον πόνο. Του έδιναν τότε δύο χαστούκια —αφού ποτέ δεν άκουγε το σωστό, ότι το πετιμέζι δεν το τρώμε με την κουτάλα— κι εκείνος κατέβαινε κλαίγοντας στο υπόγειο. Εκεί, ανάμεσα στα βαρέλια με το κρασί και στα πιθάρια με το λάδι και τις ελιές, κατάστρωνε την εκδίκησή του:

«Όταν θα μεγαλώσει και θα πάει στον στρατό… και θα βγάλει μουστάκι… και θα τους κόψει όλα τα δέντρα στο μεγάλο χωράφι… και θα πάρει ποντικοφάρμακο… και θα πεθάνει, αλλά να τους βλέπει να σπαράζουν πάνω από τον τάφο του και να το φχαριστιέται η ψυχή του!»

Και ύστερα… θ’ αναστηθεί!

Έβγαινε από το υπόγειο μόνο όταν του μύριζε πίτα ή ραβανί. Η γιαγιά έψηνε κάθε μέρα κάτι πολύ γευστικό στον φούρνο της αυλής ή στη μεγάλη παραστιά κάτω από το υπόστεγο.

Συνεχίζεται…

google news

Ακολουθήστε μας και στο Google news, και στο Youtube και κάντε εγγραφή στο ενημερωτικό μας δελτίο.

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!

Σχετικές αναρτήσεις

Ο ιππότης μου

e-enimerosi

Ανακτώντας την ηρεμία

e-enimerosi

Ο τοξικός

e-enimerosi