
Γράφει ο Παναγιώτης Κουμουνδούρος
Πάντα με απασχολούσαν
οι μεθοδευμένες στενότητες του χρόνου.
Αυτές που σου σφίγγουν τον γιακά
την ώρα που πας να μιλήσεις.
Δεν έμαθα ποτέ όμως τι κρύβεται
πίσω από τις κορφές των κυπαρισσιών.
Πιθανά γιατί μου ‘μάθαν πως είναι το δένδρο των νεκρών.
Ήρθε ο χρόνος που η παλιές ζωές μέσα μου σώπασαν,
γιατί οι θόρυβοι των ημερών τις ξεπέρασαν.
Τώρα ξεχνώ, με τη σειρά μου, μεθοδικά, καθημερινά,
αφήνοντας τις εξεζητημένες ομορφιές στους ανίδεους.
Κάνω απλώς χώρο στο στήθος μου
για τα επόμενα, ανώνυμα γεγονότα που θα μας βρουν.
Οι σκέψεις μου δεν κάνουν πια μεταφορές.
Περπατούν σε μια ακτή γεμάτη αιχμηρά κοχύλια,
αν επιμείνεις να τα κρατήσεις
θα σου πληγώνουν τη χούφτα.
Αναγκάζομε να τα πετάω ένα-ένα πίσω μου.
Δεν χρειάζονται πάντως σημάδια
για να βρω τον δρόμο επιστροφής
ξέρω καλά πως οι δρόμοι έχουν από καιρό ξηλωθεί.
Τα πετάω για να ισιώσει η προσωπική μου γεωμετρία,
να ξεχρεωθώ, επιτέλους, από τις προσδοκίες των άλλων.
Η σιωπή δεν είναι αδυναμία, είναι η νέα μου διάλεκτος.
Έχει μια πυκνότητα που τα μεγάλα λογια δεν την αντέχουν.
Τα βράδια πια δεν κυλούν, συσσωρεύονται στην κάμαρα,
γίνονται συμπαγή σαν τοίχοι από μολύβι.
Μέσα σε αυτό το σκοτάδι, μαθαίνω ξανά να περπατώ
χωρίς τους χάρτες των περιηγητών, χωρίς πυξίδες,
μόνο με την αφή, όπως οι τυφλοί διασωθέντες.
Οι φίλοι μου της πρώτης νιότης
χάθηκαν σε άλλες τροχιές.
Άλλοι εξαργύρωσαν τη σιωπή τους με θέσεις ασφαλείς
κι άλλοι ακόμη επιμένουν να δικαιώνουν τα παλιά τους λάθη.
Εγώ κρατώ μονάχα τούτη την ξερή κουβέντα,
σαν ένα σπίρτο που άναψε για μια στιγμή μες στη βροχή
και μου έδειξε τα λασπωμένα παπούτσια μου.
Δεν περιμένω πια τις μεγάλες ανατροπές
των εφημερίδων και των δημοσκόπων,
μου αρκεί που απέφυγα τις εύκολες συνθηκολογήσεις.
Κι αν με ρωτήσεις τι απόμεινε από τόσες προσδοκίες,
θα σου δείξω αυτό το λιτό τραπέζι, το φτηνό τσιγάρο,
τις σημειώσεις στο περιθώριο των παλιών μου βιβλίων.
Η ιστορία γράφεται ερήμην μας στους μεγάλους διαδρόμους,
όμως η αξιοπρέπεια κρίνεται στις λεπτομέρειες της μοναξιάς.
Γι’ αυτό συνεχίζω, χωρίς παράπονο και χωρίς αυταπάτες,
να μετρώ τα βήματά μου πάνω στο τσιμέντο
μέχρι να γίνει η νύχτα οριστικά δική μου.
Έτσι λοιπόν, με άδειο μυαλό
και σώμα που ελάφρυνε από τα περιττά,
κρατώντας στα μάτια μου μικρές, βουβές θύελλες,
αρνούμαι να ζητήσω δανεικό φως
από τις βιτρίνες του δρόμου.
Μου φτάνουν οι λίγοι, λαθραίοι ήλιοι
που αποθήκευα χρόνια τώρα,
κρυφά, στις εσοχές των οστών μου.
Καμία οφειλή δεν εκκρεμεί με το παρελθόν.
Μόνο το σκοτάδι κι εγώ, αντικριστά, ισόπαλοι.

