Γράφει ο Δρ. Μιλτιάδης Ντόβας
Καίει
Ερωτευμένο δάκρυ, φλόγα του Σύμπαντος,
χαμόγελο ατημέλητο, στα κύματα τ’ Ονείρου.
Ψυχών τ’ αλισβερίσι που ομιλεί, τ’ άπορα είν’ τα κτερίσματα
κι η αγκαλιά από χώμα.
Μύρο το θυμωμένο αντιμιλά, στ’ Ωκεανού τα πέρατα
άσεμνα σεργιανίζει.
Φεγγάρι υποκλίσεων που αργεί, το δόρυ είν’ τ’ ακατάδεκτο
του Ψεύτη του Αγέρα.
Υπόλοιπο του Χρόνου εγκαλεί, άλαλα τιτιβίσματα
μιας μαγικής αηδόνας.
Αψίδα μ’ ένα βλέμμα από φυγή,
της σκέψης αφουγκράζεται απόκρυφο περβόλι.
Λύπες μ’ ενατενίσεων τη μορφή, χλαμύδα είν’ εγκαρτέρησης
συμβάντων του Χειμώνα.
Θεάσεων οι όψεις κι οι ιαχές, εικόνες τ’ Απερίγραπτου
που χάθηκαν στα Μέσα.
Άπληστο το ψεγάδι που ομιλεί, με του Νοτιά τα σήμαντρα
και τα κρυμμένα τόξα.
Απώλεια της Αλήθειας η σιγή, νωχελική επισήμανση,
που η Αγάπη συντροφεύει.
Γήινο τ’ αποτύπωμα του Νου, χλαμύδα είν’ της συγκίνησης,
στον αργαλειό των μύθων.
Ο Όλυμπος πεθαίνει κι επιζεί, μια πλάση είν’ από όνειρα,
με θεαινών Αψίδα.
Απόλυτο τ’ αγέρι του Θεού, με νεκρική αγκύλωση,
στ’ άστρα του Παραδείσου.
Νεράιδων ο χορός στέλνει φιλιά, με του στοιχειού τη σάρισα
εκλιπαρεί τη δόξα.
Σημείο η ελπίδα και γραμμή, κρασί κερνάρει δεύτερο,
με τ’ Έρωτα το βέλο.
Πέτρινη και πανούργα η εκκλησιά, κοκκινωπό αντιφέγγισμα,
μιας Στύγας γαϊτανάκι.
Ο Πρίαμος ικέτης στη σπηλιά, την άλωση ονειρεύεται,
μιας ξεχασμένης Τροίας.
Εξίσωση τ’ Απείρου η θημωνιά, ψυχές στα άστρα του Έρωτα,
βέβηλο φως, που καίει!
(Χάλκινο Βραβείο Ποίησης, στα πλαίσια του 7 ου Παγκόσμιου Διαγωνισμού της
Ζακυθινής Εστίας Πολιτισμού «Διονύσιος Ρώμας»).

