Του Παντελή Σαββίδη
Στο κείμενο επιχειρείται μια σύγκριση της ελληνικής κοινωνίας του 1974 με τη σημερινή. Όχι, μόνο, ιστορική αλλά κοινωνιολογική και πολιτική. Δείχνει πώς μεταβλήθηκαν οι κοινωνικές τάξεις, πώς μετακινήθηκαν οι προσδοκίες, πώς άλλαξαν οι μορφές εκπροσώπησης και γιατί σήμερα εμφανίζεται χώρος για ένα νέο πολιτικό φαινόμενο, όπως αυτό της Μαρίας Καρυστιανού.
Το οποίο δεν είναι φαινόμενο διαμαρτυρίας. Ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας ζητά πολιτική έκφραση που τα υπάρχοντα πολιτικά κόμματα και πρόσωπα που δοκιμάστηκαν, προσφάτως, δεν του προσφέρουν.
Το ΠΑΣΟΚ συγκροτείται, το 1974, ως πολιτική έκφραση μιας κοινωνίας που έβγαινε από τη δικτατορία, κουβαλούσε τα τραύματα του Εμφυλίου και της μετεμφυλιακής Δεξιάς, αλλά ταυτόχρονα ζούσε μια μεγάλη κοινωνική μετάβαση: αστικοποίηση, εσωτερική μετανάστευση, άνοδο της εκπαίδευσης, διεύρυνση των μεσαίων στρωμάτων, είσοδο νέων κοινωνικών ομάδων στη δημόσια ζωή.
Η Ελλάδα του 1974 ήταν ακόμη βαθιά επαρχιακή και μικροϊδιοκτητική. Οι αγρότες, οι μικρομεσαίοι, οι αυτοαπασχολούμενοι, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι εργάτες, οι βιοτέχνες, οι μικρέμποροι, οι νέοι που έμπαιναν στα πανεπιστήμια και τα παιδιά της εσωτερικής μετανάστευσης αποτελούσαν το κοινωνικό σώμα που ζητούσε αναγνώριση.
Δεν ζητούσε μόνο καλύτερο εισόδημα. Ζητούσε αξιοπρέπεια, συμμετοχή, πολιτική νομιμοποίηση, πρόσβαση στο κράτος, κοινωνική άνοδο.
Αυτούς εξέφρασε το ΠΑΣΟΚ. Όχι μια κλασική βιομηχανική εργατική τάξη, όπως στις χώρες της δυτικής Ευρώπης, αλλά ένα ευρύ μπλοκ «μη προνομιούχων»: αγρότες, μικρομεσαίους, μισθωτούς, υπαλλήλους, νέους, γυναίκες, επαρχία, ανθρώπους που ένιωθαν αποκλεισμένοι από το μετεμφυλιακό κράτος και τα δίκτυα εξουσίας του.
Το σύνθημα της «Αλλαγής» δεν ήταν απλώς ιδεολογικό. Ήταν κοινωνιολογικό. Σήμαινε: να μπούμε κι εμείς στο κράτος, στην εκπαίδευση, στην κατανάλωση, στην εξουσία, στην αξιοπρέπεια.
Η ιδρυτική Διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη συμπύκνωνε αυτό το αίτημα στο τρίπτυχο «Εθνική Ανεξαρτησία – Λαϊκή Κυριαρχία – Κοινωνική Απελευθέρωση». Ο Ανδρέας Παπανδρέου έδωσε πολιτική γλώσσα σε στρώματα που υπήρχαν κοινωνικά, αλλά δεν είχαν ακόμη αποκτήσει πλήρη πολιτική έκφραση. Το ΠΑΣΟΚ δεν τα δημιούργησε. Τα αναγνώρισε, τα οργάνωσε και τα μετέτρεψε σε πλειοψηφικό ιστορικό μπλοκ.

Τι απέγιναν αυτά τα στρώματα;
Σε μεγάλο βαθμό αστικοποιήθηκαν. Οι αγρότες έγιναν ιδιοκτήτες, συνταξιούχοι, επιδοτούμενοι παραγωγοί, γονείς παιδιών που σπούδασαν και εγκαταστάθηκαν στις πόλεις. Οι μικρομεσαίοι εντάχθηκαν στο μεταπολιτευτικό μοντέλο της κατανάλωσης, της αντιπαροχής, της τραπεζικής πίστης και της μικρής επιχείρησης. Οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι επαγγελματικές ομάδες έγιναν μέρος ενός διευρυμένου κοινωνικού κράτους. Η πρώτη γενιά των «μη προνομιούχων» απέκτησε κατοικία, εισόδημα, πτυχία για τα παιδιά της, πρόσβαση στο κράτος και κοινωνική ορατότητα.
Αυτή ήταν η μεγάλη επιτυχία του ΠΑΣΟΚ. Αλλά ήταν και η αρχή της μετάλλαξής του. Διότι το κόμμα που εξέφρασε την κοινωνική άνοδο έγινε σταδιακά κόμμα διαχείρισης της ανόδου. Από κίνημα κοινωνικής ένταξης έγινε μηχανισμός εξουσίας. Από έκφραση των αποκλεισμένων έγινε μέρος του κράτους. Από κόμμα των «μη προνομιούχων» έγινε κόμμα των ενσωματωμένων.
Με αυτή την έννοια, ναι, το ΠΑΣΟΚ σήμερα είναι σε μεγάλο βαθμό αστικοποιημένο κόμμα. Όχι ότι έγινε «δεξιό», αλλά επειδή αστικοποιήθηκε η ίδια η κοινωνική του βάση. Τα στρώματα που το ανέδειξαν απέκτησαν ιδιοκτησία, κρατική σχέση, επαγγελματική θέση, θεσμική ένταξη.
Το ΠΑΣΟΚ από κόμμα κοινωνικής διεκδίκησης έγινε κόμμα θεσμικής διαχείρισης, ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και μετριοπαθούς κεντροαριστεράς.
Το πρόβλημα είναι ότι η οικονομική κρίση και τα μνημόνια διέλυσαν το κοινωνικό συμβόλαιο πάνω στο οποίο στηρίχθηκε αυτή η άνοδος. Το μεταπολιτευτικό μοντέλο, με όλα τα θετικά και τις παθογένειές του, κατέρρευσε. Η μικρή ιδιοκτησία πιέστηκε. Οι μικρομεσαίοι συνθλίφθηκαν. Η εργασία υποτιμήθηκε. Η νεολαία μετανάστευσε. Το κοινωνικό κράτος περιορίστηκε. Η μεσαία τάξη φοβήθηκε την κάθοδο. Και το ΠΑΣΟΚ, ταυτισμένο με τη μνημονιακή διαχείριση, έχασε τη συμβολική και πολιτική σχέση με τη βάση που το είχε φέρει στην εξουσία.
Εδώ παρεμβάλλεται η μεγάλη στιγμή Τσίπρα – ΣΥΡΙΖΑ.
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν εξέφρασε τους «μη προνομιούχους» με τον τρόπο που τους εξέφρασε το ΠΑΣΟΚ. Εξέφρασε κυρίως τους αποδιαρθρωμένους της κρίσης: τα στρώματα που είχαν ήδη ενταχθεί στη μεταπολιτευτική κοινωνική άνοδο και είδαν μετά το 2010 το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια τους.
Το 2012 έγινε ο πολιτικός σεισμός. Το ΠΑΣΟΚ κατέρρευσε, ο δικομματισμός έσπασε και ο ΣΥΡΙΖΑ μετατράπηκε από μικρό κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε κεντρικό φορέα αντιμνημονιακής εκπροσώπησης.
Τι εξέφρασε, λοιπόν, ο ΣΥΡΙΖΑ;
Εξέφρασε την οργή κατά των μνημονίων, την κοινωνική ταπείνωση της μεσαίας τάξης, τον φόβο της φτωχοποίησης, την ανεργία των νέων, την ανασφάλεια των μισθωτών, την αγανάκτηση των δημοσίων υπαλλήλων, την απελπισία των μικρομεσαίων, αλλά και την ανάγκη ενός μεγάλου τμήματος της κοινωνίας να τιμωρήσει το παλιό πολιτικό σύστημα.
Δεν ήταν μόνο αριστερή ψήφος. Ήταν ψήφος διαμαρτυρίας, αντιμνημονιακή ψήφος, ψήφος κοινωνικής απόγνωσης, ψήφος εναντίον της μεταπολιτευτικής ενοχής. Ο Τσίπρας εξέφρασε τότε την υπόσχεση ότι η χώρα μπορούσε να συγκρουστεί με τους δανειστές χωρίς να πληρώσει το κόστος της ρήξης. Αυτή ήταν η μεγάλη γοητεία του 2015: αξιοπρέπεια χωρίς έξοδο, αντίσταση χωρίς καταστροφή, τέλος των μνημονίων χωρίς πλήρη ανατροπή της ευρωπαϊκής πορείας.
Η κοινωνία ήθελε να πιστέψει ότι υπήρχε ένας τρίτος δρόμος ανάμεσα στην υποταγή και την περιπέτεια.
Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να μετατρέψει αυτή την κοινωνική έκρηξη σε σταθερό κοινωνικό μπλοκ. Ήταν περισσότερο φορέας μιας αρνητικής συμμαχίας — όχι στα μνημόνια, όχι στο παλιό ΠΑΣΟΚ, όχι στη Νέα Δημοκρατία, όχι στην τρόικα — παρά φορέας ενός συνεκτικού παραγωγικού και θεσμικού σχεδίου. Εξέφρασε την κρίση, αλλά δεν μπόρεσε να οργανώσει την έξοδο από αυτήν.
Μετά το δημοψήφισμα και την υπογραφή του τρίτου μνημονίου, ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε μεγάλο μέρος της αντισυστημικής του φόρτισης. Από κόμμα διαμαρτυρίας έγινε κόμμα διαχείρισης. Από κόμμα της ρήξης έγινε κόμμα κυβερνητικού ρεαλισμού. Από πολιτική έκφραση της οργής έγινε μέρος της μεταμνημονιακής κανονικότητας. Γι’ αυτό και η κοινωνική του δυναμική άρχισε να φθίνει.

Η κρίσιμη διαφορά είναι η εξής: το ΠΑΣΟΚ του 1974 εξέφρασε στρώματα που ζητούσαν κοινωνική άνοδο. Ο ΣΥΡΙΖΑ εξέφρασε στρώματα που φοβούνταν την κοινωνική κάθοδο. Η Καρυστιανού εμφανίζεται τώρα να αγγίζει κάτι ακόμη βαθύτερο: στρώματα που δεν ζητούν απλώς άνοδο ή προστασία από την πτώση, αλλά αποκατάσταση εμπιστοσύνης. Στο κράτος, στη Δικαιοσύνη, στη Δημοκρατία, στην ίδια τη δυνατότητα της χώρας να λειτουργήσει.
Γι’ αυτό η Καρυστιανού δεν μπορεί να ερμηνευθεί απλώς ως συνέχεια του ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί να αντλήσει από κοινωνικά ακροατήρια που πέρασαν από τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά το μήνυμά της είναι διαφορετικό. Δεν λέει πρωτίστως «να φύγουν τα μνημόνια». Λέει «να ξανασταθεί το κράτος». Δεν λέει μόνο «να τιμωρηθεί το παλιό σύστημα». Λέει «να λειτουργήσουν οι θεσμοί». Δεν εκπροσωπεί μόνο την κοινωνική οργή. Επιχειρεί να της δώσει θεσμική και εθνική μορφή.Η Καρυστιανού δεν είναι κόμμα διαμαρτυρίας. Θέλει να λειτουργήσει το κράτος προς όφελος του πολίτη.
Αυτό εξηγεί και γιατί ένα μέρος της παλιάς κοινωνικής βάσης του ΠΑΣΟΚ δεν εμπιστεύθηκε τελικά την Αριστερά. Ο ΣΥΡΙΖΑ εξέφρασε την αντιμνημονιακή αγανάκτηση, αλλά δεν έπεισε ότι μπορεί να συγκροτήσει αξιόπιστο κράτος, παραγωγική ανασυγκρότηση και θεσμική ασφάλεια.

Το φαινόμενο Καρυστιανού
Η κοινωνία του 2026 δεν μοιάζει με την κοινωνία του 1974. Τότε η Ελλάδα ήταν φτωχότερη, αλλά νεότερη, κοινωνικά κινητική, δημογραφικά ζωντανή και με προσδοκία ανόδου. Σήμερα είναι πιο μορφωμένη και πιο αστική, αλλά πιο γερασμένη, πιο κουρασμένη, πιο δύσπιστη και πιο φοβισμένη. Η χώρα έχει χάσει πληθυσμό, παραγωγική βάση, νέους ανθρώπους, κοινωνική αυτοπεποίθηση και θεσμική εμπιστοσύνη.
Τα νέα κοινωνικά στρώματα που ζητούν έκφραση δεν είναι ίδια με του 1974. Είναι οι μικρομεσαίοι που πιέζονται από φόρους, τράπεζες, funds, ενεργειακό κόστος και αθέμιτο ανταγωνισμό. Είναι οι νέοι πτυχιούχοι που δεν βλέπουν προοπτική ή φεύγουν στο εξωτερικό. Είναι οι εργαζόμενοι που έχουν δουλειά αλλά δεν έχουν αξιοπρεπές εισόδημα. Είναι οι οικογένειες που πιέζονται από στέγη, ακρίβεια και ανασφάλεια. Είναι οι αγρότες που δεν είναι πια πλειοψηφικό κοινωνικό σώμα, αλλά παραμένουν κρίσιμοι για την περιφέρεια, την παραγωγή και την αυτάρκεια. Είναι οι πολίτες που δεν ζητούν μόνο χρήματα, αλλά δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια και λειτουργία του κράτους.
Αυτό είναι το νέο κοινωνικό ακροατήριο της Καρυστιανού. Δεν είναι ενιαία τάξη. Είναι ένα μπλοκ κοινωνικής απογοήτευσης και θεσμικής απαίτησης.
Το κόμμα της εμφανίζεται με αιχμή τη θεσμική ανασυγκρότηση, τη διαφάνεια, τη Δικαιοσύνη, τα Τέμπη, την κοινωνική προστασία, τη δημόσια υγεία και παιδεία, την προστασία της πρώτης κατοικίας, τον έλεγχο τραπεζών και funds, την ενίσχυση μικρομεσαίων, τα εργασιακά δικαιώματα, την παραγωγική ανασυγκρότηση, τη στήριξη του πρωτογενούς τομέα και την προάσπιση της εθνικής κυριαρχίας.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη διαφορά με το 1974. Το ΠΑΣΟΚ εξέφρασε κοινωνικά στρώματα που ήθελαν να ανέβουν. Η Καρυστιανού φαίνεται να εκφράζει στρώματα που φοβούνται ότι πέφτουν ή ότι χάνονται. Το ΠΑΣΟΚ εξέφρασε την ελπίδα της ένταξης. Η Καρυστιανού εκφράζει την απαίτηση της αποκατάστασης. Το ΠΑΣΟΚ είπε: «να μπούμε κι εμείς στο κράτος». Η Καρυστιανού λέει: «να ξαναγίνει το κράτος κράτος».
Γι’ αυτό και το πρόβλημα σήμερα δεν είναι μόνο κοινωνικό ή οικονομικό. Είναι θεσμικό και υπαρξιακό. Η ελληνική κοινωνία δεν ζητά απλώς ένα άλλο κόμμα. Ζητά ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Ζητά κράτος που λειτουργεί, Δικαιοσύνη που πείθει, Δημοκρατία που δεν ευτελίζεται, θεσμούς που δεν χειραγωγούνται, παραγωγή που στηρίζει τη χώρα, εξωτερική πολιτική που δεν δορυφοροποιεί την Ελλάδα.
Η ευκαιρία της Καρυστιανού βρίσκεται ακριβώς εδώ: να εκφράσει όσους δεν θέλουν απλώς αντιπολίτευση, αλλά αποκατάσταση εμπιστοσύνης. Όσους δεν πιστεύουν ότι η Αριστερά μπορεί να κυβερνήσει αξιόπιστα, αλλά δεν αντέχουν και τη σημερινή δεξιά διαχείριση. Όσους δεν είναι ακροδεξιοί, αλλά είναι πατριώτες. Όσους δεν είναι αντικρατιστές, αλλά θέλουν κράτος δικαίου. Όσους δεν είναι αντισυστημικοί, αλλά θεωρούν ότι το σημερινό σύστημα έχει υπονομεύσει τους ίδιους τους θεσμούς του.
Το ΠΑΣΟΚ του 1974 ήταν απάντηση στη μεταδικτατορική και μετεμφυλιακή Ελλάδα. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν απάντηση στην κοινωνική έκρηξη της μνημονιακής κρίσης. Η Καρυστιανού εμφανίζεται ως πιθανή απάντηση στη μεταμνημονιακή Ελλάδα της δυσπιστίας, της δημογραφικής συρρίκνωσης, της παραγωγικής αδυναμίας και της θεσμικής απαξίωσης.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν μπορεί να γίνει φορέας ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου: όχι για να μοιράσει προσόδους, όπως έκανε συχνά η Μεταπολίτευση, αλλά για να ανασυστήσει θεσμούς, παραγωγή, εμπιστοσύνη και εθνική αξιοπρέπεια.

