Κλιμακώνεται η ένταση μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών με φόντο τη Γροιλανδία, φέρνοντας στο προσκήνιο ένα ισχυρό, και μέχρι σήμερα ανενεργό, εργαλείο της ευρωπαϊκής εμπορικής πολιτικής.
Πρόκειται για το λεγόμενο «εμπορικό μπαζούκα», ένα μέσο που η ΕΕ έχει θεσπίσει για περιπτώσεις οικονομικού εκβιασμού, χωρίς ωστόσο να το έχει χρησιμοποιήσει ποτέ.
Η συζήτηση αναζωπυρώθηκε έπειτα από τις απειλές του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για επιβολή δασμών, στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης γύρω από το καθεστώς και τη γεωστρατηγική σημασία της Γροιλανδίας. Στις Βρυξέλλες, κράτη-μέλη της Ένωσης εξετάζουν πλέον σοβαρά το ενδεχόμενο ενεργοποίησης του Μηχανισμού Κατά του Καταναγκασμού (Anti-Coercion Instrument – ACI).
Τι είναι το «εμπορικό μπαζούκα»
Ο ACI τέθηκε σε ισχύ στις 27 Δεκεμβρίου 2023 και σχεδιάστηκε ως μέσο αποτροπής απέναντι σε τρίτες χώρες που επιχειρούν να επηρεάσουν πολιτικές αποφάσεις της ΕΕ ή κρατών-μελών μέσω οικονομικών πιέσεων. Αν και αρχικά στόχευε κυρίως χώρες όπως η Κίνα, το ενδεχόμενο εφαρμογής του απέναντι στις ΗΠΑ προκαλεί έντονο προβληματισμό.
Σύμφωνα με το ευρωπαϊκό πλαίσιο, οικονομικός καταναγκασμός θεωρείται κάθε αδικαιολόγητη εμπορική πρακτική που αποσκοπεί στον περιορισμό της κυριαρχίας της Ένωσης ή των κρατών-μελών της.
Σε περίπτωση ενεργοποίησης, η ΕΕ θα μπορούσε να προχωρήσει σε:
-
Eπιβολή αντιποίνων μέσω δασμών σε αμερικανικά προϊόντα,
-
Περιορισμό πρόσβασης αμερικανικών εταιρειών στην ενιαία αγορά,
-
Aποκλεισμό τους από δημόσιες συμβάσεις της ΕΕ,
-
Eλέγχους ή περιορισμούς στις εξαγωγές στρατηγικών αγαθών και υπηρεσιών,
-
Ακόμη και επιλεκτική φορολόγηση μεγάλων επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων τεχνολογικών κολοσσών.
Όπως επισημαίνουν οικονομολόγοι, το εργαλείο αυτό επιτρέπει κλιμακωτή πίεση και στοχευμένες παρεμβάσεις, καθιστώντας το ένα από τα πιο ισχυρά μέσα που διαθέτει η Ένωση.
Πώς λαμβάνεται η απόφαση
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει έως τέσσερις μήνες για να διερευνήσει εάν υφίσταται περίπτωση οικονομικού καταναγκασμού. Στη συνέχεια, το Συμβούλιο της ΕΕ καλείται να αποφασίσει εντός οκτώ έως δέκα εβδομάδων.
Καθοριστικής σημασίας θεωρείται το γεγονός ότι δεν απαιτείται ομοφωνία, αλλά ειδική πλειοψηφία, ώστε να αποφεύγονται μπλοκαρίσματα από μεμονωμένα κράτη-μέλη και να διασφαλίζεται η δυνατότητα άμεσης αντίδρασης.
Διχασμός εντός της ΕΕ
Η συζήτηση, ωστόσο, αποκαλύπτει εσωτερικές διαφωνίες. Η Γαλλία και ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν εμφανίζονται υπέρ της ενεργοποίησης του ACI, υποστηρίζοντας ότι σχεδιάστηκε ακριβώς για τέτοιες περιπτώσεις.
Άλλες χώρες εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές. Η Ιταλία, για παράδειγμα, δεν επηρεάζεται άμεσα από τις αμερικανικές απειλές, γεγονός που περιορίζει τα κίνητρα για κλιμάκωση. Παράλληλα, ο Ιρλανδός πρωθυπουργός Μάικλ Μάρτιν δήλωσε ότι είναι «πολύ νωρίς» για τέτοια μέτρα, τονίζοντας την ανάγκη διαλόγου με την Ουάσινγκτον.
Γεωπολιτική ένταση και ΝΑΤΟ
Την ίδια ώρα, η ασφάλεια της Αρκτικής αποκτά ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα. Η Δανία και η Γροιλανδία έχουν προτείνει την ανάπτυξη αποστολής του ΝΑΤΟ στο νησί, με στόχο την αποτροπή οποιασδήποτε απόπειρας προσάρτησης από τις ΗΠΑ.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Καναδάς εξετάζει επίσης τη συμμετοχή με μικρή στρατιωτική δύναμη για ασκήσεις του ΝΑΤΟ, ενώ ο Γενικός Γραμματέας της Συμμαχίας, Μαρκ Ρούτε, επιβεβαίωσε ότι η ασφάλεια της Αρκτικής αποτελεί κοινό διατλαντικό συμφέρον.
Προειδοποίηση από την ΕΕ προς τις ΗΠΑ
Η Ύπατη Εκπρόσωπος της ΕΕ για την Εξωτερική Πολιτική, Κάγια Κάλλας, προειδοποίησε ανοιχτά την Ουάσινγκτον κατά της επιβολής τιμωρητικών δασμών, τονίζοντας ότι «η κυριαρχία δεν είναι εμπόρευμα».
«Δεν επιδιώκουμε σύγκρουση, αλλά θα υπερασπιστούμε τη θέση μας», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η Ευρώπη διαθέτει τα απαραίτητα εργαλεία για να προστατεύσει τα συμφέροντά της.
Ένα μέσο αποτροπής ή δοκιμασία αξιοπιστίας;
Παρότι το «εμπορικό μπαζούκα» απέχει ακόμη από την ενεργοποίησή του, το γεγονός ότι συζητείται πλέον ανοιχτά σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο αποτυπώνει το βάθος της κρίσης στις διατλαντικές σχέσεις.
Για πολλούς Ευρωπαίους αξιωματούχους, το ACI αποτελεί εργαλείο αποτροπής και όχι κλιμάκωσης. Ωστόσο, αν δεν χρησιμοποιηθεί ούτε σε μια τόσο ακραία περίπτωση απειλών και οικονομικής πίεσης, υπάρχει ο φόβος να εκληφθεί ως απλώς συμβολικό μέτρο.
Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η γεωπολιτική ισχύς και η οικονομική πίεση συνδέονται ολοένα και περισσότερο, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη επιλογή: είτε θα αποδείξει ότι διαθέτει πραγματικά μέσα άμυνας, είτε θα ανοίξει ένα νέο, αχαρτογράφητο κεφάλαιο στην εμπορική αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
