Γράφει η Αγγελική Σαρικαβάζη
Η παρεξήγηση γεννήθηκε σε μια πόλη που αγαπούσε τις ταμπέλες περισσότερο από τους ανθρώπους.
Εκεί ζούσε ο Άρης, ένας άνθρωπος χωρίς φήμη, χωρίς ιστορία, με μια ακατανίκητη δίψα να ακουστεί.
Πίστευε πως η σιωπή τον αδικούσε και πως ο κόσμος του χρωστούσε ένα βλέμμα.
Δίπλα του εργαζόταν ο Νίκος, ΑμεΑ, με σώμα εύθραυστο και λόγο καθαρό, που προχωρούσε αργά αλλά σκεφτόταν βαθιά.
Ο Άρης είδε στον Νίκο μια ευκαιρία, όχι έναν άνθρωπο, και εκεί άρχισε η παρεξήγηση. Δανείστηκε τις λέξεις του, παρουσίασε τον αγώνα του ως δικό του, και μίλησε για συμπόνια χωρίς να την νιώθει.
Το κοινό χειροκρότησε τον Άρη, παρεξηγώντας την αλήθεια, ενώ ο Νίκος έμενε στη σκιά, συνηθισμένος να μην φαίνεται.
Η φήμη μεγάλωσε σαν χιόνι, αλλά το βάρος της πάτησε πρώτα τις πλάτες εκείνου που ήδη κουβαλούσε πολλά.
Όταν η αλήθεια προσπάθησε να μιλήσει, όλοι νόμισαν πως ήταν ζήλια ή υπερβολή.
Ο Νίκος δεν ζήτησε εκδίκηση, μόνο ακρίβεια, γιατί η παρεξήγηση πληγώνει περισσότερο από το ψέμα.
Κάποτε ο Άρης κατάλαβε πως έγινε γνωστός όχι επειδή ανέβηκε, αλλά επειδή πάτησε.
Η συνειδητοποίηση ήρθε αργά, σαν καθρέφτης που δείχνει πρόσωπο ξένο και ντροπιασμένο.
Τότε προσπάθησε να διορθώσει τα λόγια, μα όχι τις πράξεις, και αυτό ήταν το τελικό λάθος.
Γιατί η αληθινή αναγνώριση δεν χτίζεται πάνω σε πλάτες, αλλά δίπλα σε ανθρώπους, με σεβασμό και ευθύνη.
Η παρεξήγηση έμεινε ως μάθημα, πως η φήμη χωρίς ηθική είναι απλώς θόρυβος που πληγώνει τους πιο σιωπηλούς.
Και ίσως, αν το κοινό μάθαινε να ακούει καλύτερα, να ξεχώριζε τον άνθρωπο από την παράσταση.
Ο Νίκος συνέχισε να ζει με αξιοπρέπεια, γνωρίζοντας πως η αλήθεια δεν χρειάζεται φωνή, μόνο χρόνο.
Ο Άρης έμεινε με την ηχώ των χειροκροτημάτων, άδεια από νόημα, βαριά σαν υπόσχεση που δεν τηρήθηκε.
Σε μια κοινωνία που μπερδεύει την προβολή με την αξία, η παρεξήγηση γίνεται κανόνας και όχι εξαίρεση.
Κάθε ιστορία σαν αυτή θυμίζει πως η ευαλωτότητα δεν είναι σκαλοπάτι, αλλά πρόσκληση για ανθρωπιά.
Αν την πατήσεις, χάνεις τον εαυτό σου, αν την σεβαστείς, κερδίζεις έναν κόσμο πιο δίκαιο.
Η παρεξήγηση λοιπόν δεν ήταν τυχαία, αλλά προϊόν επιλογών, βιασύνης, και μιας κοινωνικής τύφλωσης.
Όσο η φήμη ανταμείβεται χωρίς ερώτηση, τόσο κάποιοι θα πατούν και κάποιοι θα σιωπούν.
Μα η λογοτεχνία υπάρχει για να φωτίζει αυτές τις σιωπές και να αποκαθιστά την χαμένη ακρίβεια.
Έτσι, η ιστορία κλείνει όχι με δόξα, αλλά με ευθύνη, ζητώντας από τον αναγνώστη να μην παρεξηγεί τους ανθρώπους και να θυμάται πως η αληθινή φήμη γεννιέται μόνο όταν κανείς δεν πληγώνεται μέσα από πράξεις σεβασμού, ισότητας, και καθαρής ανθρώπινης συνείδησης χωρίς παρεξήγηση και εκμετάλλευση.
