18 Μαΐου 2026
Άρθρα Ρεπορτάζ Διεθνή

Ουάσινγκτον – Τεχεράνη: Η αβυσσαλέα απόσταση που φέρνει πιο κοντά τη σύγκρουση

Φωτογραφία: Reuters

Γράφει ο Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, γεωστρατηγικός αναλυτής, αντιστράτηγος ε.α.

Οι αμερικανικές απαιτήσεις και η ιρανική απάντηση

Σύμφωνα με τις αναφορές, η αμερικανική πλευρά φέρεται να ζητά από το Ιράν να αποδεχθεί αυστηρούς περιορισμούς χωρίς ουσιαστικά ανταλλάγματα. Καμία αποζημίωση για τις καταστροφές του πολέμου, μεταφορά περίπου 440 κιλών εμπλουτισμένου ουρανίου στις ΗΠΑ, διατήρηση μόνο μίας ενεργής πυρηνικής εγκατάστασης, καμία απελευθέρωση παγωμένων ιρανικών περιουσιακών στοιχείων και μια εκεχειρία που θα εξαρτάται από την πρόοδο των διαπραγματεύσεων και όχι από δεσμευτικές εγγυήσεις. Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι αυτές είναι στην πραγματικότητα οι απαιτήσεις του Ισραηλινού Πρωθυπουργού Νετανιάχου.

Από την άλλη πλευρά, το Ιράν εμφανίζεται να θέτει ως βασικές προϋποθέσεις μια πλήρη και άμεση εκεχειρία σε όλα τα μέτωπα, δηλαδή αυτή να συμπεριλάβει οπωσδήποτε και τον Λίβανο, όπως είχε αρχικά συμφωνηθεί στην συμφωνία κατάπαυσης των πυρών, αλλά αυτός ο όρος απορρίφθηκε από το Ισραήλ. Εκτός βέβαια από αυτό, οι Ιρανοί απαιτούν την πλήρη άρση των κυρώσεων, την αποδέσμευση των παγωμένων κεφαλαίων τους, αποζημιώσεις για τις εκτεταμένες ζημιές που έχουν υποστεί και και αναγνώριση της κυριαρχίας τους στα Στενά του Ορμούζ.

Δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τον πόλεμο

Είναι εύκολα αντιληπτό ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι οι δύο πλευρές διαφωνούν. Το πρόβλημα είναι ότι οι απαιτήσεις τους αντανακλούν εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις για το ποιος κέρδισε, ποιος έχασε και ποιος έχει το δικαίωμα να επιβάλλει όρους. Η Ουάσιγκτον φαίνεται να προσεγγίζει τις συνομιλίες από τη θέση μιας δύναμης που θεωρεί ότι μπορεί ακόμη να εξαναγκάσει το Ιράν σε στρατηγικές παραχωρήσεις μέσω οικονομικής και στρατιωτικής πίεσης. Η Τεχεράνη αντίθετα, εμφανίζεται να θεωρεί ότι άντεξε τη σύγκρουση, διατήρησε τη συνοχή του κράτους και συνεπώς δεν έχει λόγο να αποδεχθεί μια συμφωνία που θα μπορούσε να εκληφθεί ως συνθηκολόγηση.

Αυτή ακριβώς η ασυμβατότητα καθιστά οποιαδήποτε διαπραγμάτευση εξαιρετικά περίπλοκη. Στη διπλωματία, οι συμφωνίες επιτυγχάνονται όταν υπάρχει τουλάχιστον μια ελάχιστη κοινή αντίληψη της πραγματικότητας ή όταν και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν ότι το κόστος της συνέχισης της σύγκρουσης είναι μεγαλύτερο από το κόστος των συμβιβασμών. Στην παρούσα φάση, τίποτε από τα δύο δεν φαίνεται να ισχύει πλήρως.

Η βαθιά δυσπιστία της Τεχεράνης

Η δυσπιστία, ιδιαίτερα από πλευράς Ιράν, έχει φτάσει σε ακραίο επίπεδο και κατά την άποψή μας, δικαιολογημένα! Τόσο κατά τη σύγκρουση του Ιουνίου όσο και σε αυτή που άρχισε την 28η Φεβρουαρίου, έγινε επίθεση ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη διπλωματικές διεργασίες και είχαν ήδη προγραμματιστεί επόμενες συναντήσεις. Αυτή η εμπειρία, σε συνδυασμό με την επικρατούσα αντίληψη στην Τεχεράνη ότι οι βασικοί διαπραγματευτές του Τραμπ, δηλαδή ο Στηβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ, ενεργούν ουσιαστικά για λογαριασμό του Ισραήλ οδηγεί την ιρανική ηγεσία στην εκτίμηση ότι οποιαδήποτε νέα συμφωνία μπορεί να καταρρεύσει εκ νέου ανά πάσα στιγμή.

Κατά συνέπεια, το ιρανικό καθεστώς εξαιρετικά δύσκολα θα αποδεχθεί νέους περιορισμούς χωρίς ισχυρές και πρακτικά μη αναστρέψιμες εγγυήσεις. Από την άλλη πλευρά, σημαντικά τμήματα του αμερικανικού πολιτικού συστήματος θεωρούν πλέον ότι οποιαδήποτε χαλάρωση πίεσης προς το Ιράν ενισχύει μακροπρόθεσμα την περιφερειακή του επιρροή.

Ο κίνδυνος νέου πολέμου

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μια πιθανή συμφωνία θα απαιτούσε κάτι που σήμερα φαίνεται να απουσιάζει πλήρως, πολιτική βούληση για αμοιβαίους συμβιβασμούς. Χωρίς αυτήν, οι συνομιλίες κινδυνεύουν να λειτουργήσουν περισσότερο ως εργαλείο διαχείρισης χρόνου και δημόσιων εντυπώσεων παρά ως πραγματική διπλωματική διαδικασία επίλυσης της κρίσης.

Για τους παραπάνω λόγους, πολλές πληροφορίες φέρουν τις ΗΠΑ και το Ισραήλ να σχεδιάζουν έναν νέο κύκλο επιχειρήσεων εναντίον του Ιράν, προκειμένου να αναγκαστεί τελικά σε συνθηκολόγηση. Παράλληλα, πιέζονται οι πετρελαϊκές μοναρχίες του Κόλπου να συμμετάσχουν, με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα μόνο να δείχνουν μία κάποια διστακτική προθυμία και την Σαουδική Αραβία να αντιτίθεται πλήρως σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, φοβούμενη σκληρά ιρανικά αντίποινα που θα πλήξουν καίρια την οικονομία της.

Αν αυτό ισχύει, τότε πρόκειται ίσως για μία από τις πιο επικίνδυνες στρατηγικές επιλογές που θα μπορούσε να κάνει η Ουάσινγκτον στη σημερινή συγκυρία.

Η στρατηγική αντοχή του Ιράν

Τα δεδομένα είναι σε μεγάλο βαθμό ξεκάθαρα. Ναι μεν υπάρχει μία σημαντική αποδυνάμωση του Ιράν από τις έντονες και εκτεταμένες επιθέσεις στις πρώτες σαράντα ημέρες της σύγκρουσης, αλλά αυτό διατήρησε τη συνοχή της κρατικής του δομής και τον έλεγχο κρίσιμων στρατηγικών περιοχών και υποδομών. Παράλληλα κατόρθωσε μέσω οριζόντιας πολιτικής και γεωγραφικής κλιμάκωσης να πλήξει εκτός από αμερικανικούς και ισραηλινούς στόχους και τα κράτη του Κόλπου, ενώ έκλεισε de facto και τα Στενά του Ορμούζ προκαλώντας παγκόσμια ενεργειακή και οικονομική αναταραχή.

Με αυτές τις συνθήκες θεωρείται εξαιρετικά αμφίβολο ότι μερικές ακόμη εβδομάδες αεροπορικών επιδρομών από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ θα μπορούσαν να επιτύχουν αποτελέσματα που δεν κατέστη δυνατό να επιτευχθούν στην αρχική και εντονότερη φάση των επιχειρήσεων. Η Τεχεράνη έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι σε περίπτωση διεύρυνσης της σύγκρουσης θα απαντήσει πλήττοντας συμμάχους και στρατηγικά συμφέροντα της Δύσης στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Οικονομικός και ανθρωπιστικός κίνδυνος

Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να οδηγήσει σε σοβαρή αποσταθεροποίηση κρίσιμων ενεργειακών και εμπορικών διαδρομών, με άμεσες συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία. Οι επιπτώσεις δεν θα περιορίζονταν μόνο στις τιμές της ενέργειας. Μια εκτεταμένη περιφερειακή σύγκρουση θα μπορούσε να διαταράξει περαιτέρω τις εφοδιαστικές αλυσίδες, τις θαλάσσιες μεταφορές ακόμη και τις αγορές τροφίμων, προκαλώντας σοβαρούς κραδασμούς στη διεθνή αγορά σιτηρών και λιπασμάτων. Οι μεγαλύτερες συνέπειες ενδέχεται να πλήξουν τις πιο ευάλωτες χώρες του παγκόσμιου Νότου, ιδιαίτερα στην Αφρική, όπου ακόμη και περιορισμένες αυξήσεις στις τιμές βασικών αγαθών μπορούν να μετατραπούν γρήγορα σε επισιτιστικές κρίσεις.

Υπό αυτή την έννοια μια ανανεωμένη, πιο έντονη και πιο εκτεταμένη στρατιωτική εκστρατεία δεν φαίνεται να προσφέρει ρεαλιστική προοπτική επίτευξης των στρατηγικών στόχων της Ουάσινγκτον. Αντιθέτως, ενέχει υψηλό κίνδυνο οικονομικής, γεωπολιτικής και ανθρωπιστικής αποσταθεροποίησης μεγάλης κλίμακας.

Διαπιστώσεις – συμπεράσματα

Η παρούσα σύγκρουση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν δεν χαρακτηρίζεται απλά και μόνο από γεωπολιτική αντιπαράθεση αλλά και από μία καθολική απουσία εμπιστοσύνης και κοινής στρατηγικής αντίληψης. Οι δύο πλευρές προσέρχονται στις διαπραγματεύσεις όχι με όρους αμοιβαίας αποκλιμάκωσης, αλλά με λογική επιβολής όρων νίκης. Αυτό καθιστά εξαιρετικά δύσκολη οποιαδήποτε βιώσιμη συμφωνία και αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο νέας στρατιωτικής αναμέτρησης.

Ταυτόχρονα, τα δεδομένα δείχνουν ότι μία νέα σύγκρουση δύσκολα θα οδηγήσει σε καθαρή στρατηγική επικράτηση των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Η εκτίμηση είναι αντιθέτως θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία, στην ενεργειακή ασφάλεια και στη διατροφική σταθερότητα πολλών περιοχών του πλανήτη. Όλα αυτά δημιουργούν σοβαρότατους κινδύνους όχι μόνον για την ευρύτερη Μέση Ανατολή αλλά και για την παγκόσμια σταθερότητα.

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!