
Γράφει ο Παναγιώτης Κουμουνδούρος
Τρελή Παράσταση
Ξαγρυπνώ,
στην πούλια παρέα κρατώ,
κοιτώ πονηρά το φεγγάρι που γέρνει
συννεφάκι φτωχό, βυθισμένο σε νερό.
Τραγουδώ.
η φωνή μου καμπάνα,
ταξιδεύει σε ποτάμια και ίσκιους,
μαγεύει κύματα που σαστίζουν,
τα δίχτυα τους απλώνουν τη γη να τυλίξουν.
Κλωτσώ άμμο στον γιαλό,
τα πόδια μου βρέχονται από θάλασσα,
τα χέρια απλώνω στον αγέρα,
σηκώνομαι, χάνομαι
ψηλά σαν Ίκαρος φτάνω,
τα φτερά μου στο φαράγγι τινάζω.
Τα σκυλιά αλυχτούν, φοβισμένα,
προσμένουν το κακό να κατέβει.
Μύριες λέξεις πίνω, σβησμένες στο αίμα,
του Αχέροντα σφίγγω το χέρι
βουλιάζω στο σκοτάδι,
τραβώ ζέστη απ’ το τζάκι να ζήσω.
Ανεβαίνω σκάλα,
το χλωμό πρωινό φως συναντώ,
του λέω καλημέρα,
και σκύβω να φιλήσω το χώμα.
Μπήκα στον παράδεισο,
φιλιά στα κόκκινα ντυμένα,
μα γύρισα πίσω
κι η ίδια παράσταση ξαναπαίζεται.
Τρελή παράσταση,
που φυλακίζει αναμνήσεις στην τσέπη,
φωτογραφίες κρυφές σε ξωκλήσια κρυμμένες.
Κυράδες της γης,
βάφουν την κλωστή κίτρινη,
χορεύουν ξυπόλητες στο χιόνι,
την αδικία που τις παγώνει,
να τυλίξουν σε σεντόνι.
Φτωχά αισθήματα,
ρούχα απλά ζητούν να ντυθούν.
Στη σκηνή σωπαίνουν ρόλοι,
όνειρα βουβά, ναυάγια βαθιά.
Οι ψυχές χορεύουν,
με προαίσθημα κακό,
στο κέντρο της σκηνής,
σε μια παράσταση τρελή.
Απόψε φονικό θα γίνει,
εγώ το μερτικό μου φτηνό πουλώ.
Τον έρωτα κρεμάνε στο καρφί,
σε παράσταση τρελή.
Οι θεατές, κρυμμένοι στα μυστικά,
χειροκροτούν στοργικά,
χωρίς τον πρωταγωνιστή,
χωρίς φωνή, χωρίς αρχή.
Βασανιστήριο που τρέχει στη στροφή,
τον κόσμο να αλλάξει ζητά απ’ την αρχή.
Όλοι οι τρελοί μαζί,
δεμένοι στη γη,
σε μια τρελή παράσταση καθηλωμένοι,
με αγάπη στη ζωή,
χωρίς αρχή και τέλος,
το μέλλον γράφουν στο χαρτί,
αφήνοντας μας ένα κερί,
να φέγγει στο σκοτάδι.

