Γράφει η *Μαίρη Μάκρα
16η συνέχεια
Σύνδεση με το θέμα: (Μια και πλησιάζουμε προς το τέλος του παραμυθιού μας, ας καταθέσουμε μία απορία: μαθήτευσε και το πλουμιστό παγώνι στο Σχολείο του Δάσους; Και τί έχει να μας προσφέρει, ως συμβολισμό, με την εκλεπτυσμένη φύση του και την ομορφιά του; Ας συνεχίσουμε το διάβασμα, για να το μάθουμε!)
***
Ξαφνικά, μια απρόσμενη φωνή έκοψε την ένταση:
«Παιδιά, κουράστηκα με το φεστιβάλ! Δεν κάνουμε κάτι άλλο, πιο διασκεδαστικό;»
Όλα τα βλέμματα στράφηκαν προς την πηγή του ήχου. Πάνω σ’ ένα τοιχάκι σκεπασμένο με κισσό στεκόταν καμαρωτό το πλουμιστό παγώνι.
«Τελειώνουμε, ομορφιά μου, έτσι κι αλλιώς. Εσύ όμως δεν έχεις την περιέργεια να δεις τι απόγινε αυτός ο ήρωας με τα τόσα κατορθώματα;» ρώτησε ο αετός με μια ασυνήθιστη γι’ αυτόν τρυφερότητα.
«Με πιέζει πολύ αυτή η υπόθεση!» παραπονέθηκε το παγώνι, γέρνοντας χαριτωμένα το κεφαλάκι του στο πλάι.
Ο αετός πέταξε κοντά του και το κοίταξε με ενδιαφέρον.
«Σε πιέζει πολύ… το Φεστιβάλ ή αυτά που λέμε για τον ήρωα;»
«Δεν ξέρω ακριβώς… Είναι όλα πολύ μπερδεμένα μέσα μου!» αποκρίθηκε ναζιάρικα.
«Και τι θα ήθελες αυτή τη στιγμή για να νιώσεις καλύτερα;» ξαναρώτησε ο αετός.
«Να… θα ήθελα να τραγουδήσουμε όλοι μαζί. Κι αυτό που θα νιώσουμε ενωμένοι, να γίνει βάλσαμο και να το στείλουμε κατευθείαν στην καρδιά του ήρωα. Όπου κι αν βρίσκεται, θα είναι σίγουρα πολύ κουρασμένος και ταλαιπωρημένος. Αυτό… ναι… αυτό θα με έκανε να νιώσω καλύτερα!» είπε δειλά το παγώνι, ανοίγοντας την πλουμιστή ουρά του.
«Τι ήταν αυτό που άκουσαν τ’ αυτιά μου; Κάποια ψυχή ανυψώνεται;» αναφώνησε η Ήρα, και η φωνή της αντήχησε ως τον ουρανό.
Για μια στιγμή, όλοι βυθίστηκαν σε σιωπή.
Ώσπου… Τοκ! Τοκ! Τοκ! Ο Κήρυκας χτύπησε το ραβδί του στο βράχο και η δυνατή φωνή του αντήχησε:
«Ο Ηρακλής κλέβει τα μήλα των Εσπερίδων!»
«Έκλεψε και μήλα; Τίποτα δεν άφησε όρθιο ο Μεγάλος!» γρύλισε με ικανοποίηση ο αγριόχοιρος.
«Μιλάμε για τον ενδέκατο άθλο του Ηρακλή, αγριόχοιρε!», είπε αυστηρά η κουκουβάγια και βιαστικά πρόσθεσε. «Δεν ξέρω τι νιώθετε εσείς, αγαπητοί μου! Εγώ τρέμω από συγκίνηση!»
«Έζησα για να δω αυτή την αλλαγή στον εγκέφαλο του δάσους;» απόρησε ο αετός.
«Το είπα, νομίζω, ότι αυτή η ημέρα θα φέρει πολλά σε όλους μας!», απάντησε γλυκά η κουκουβάγια.
«Να μη χάνουμε το θέμα! Πλατιάσαμε!», διαμαρτυρήθηκαν οι σοφοί. Και η κουκουβάγια βιάστηκε να εξηγήσει :
«Στο στάδιο αυτό, που το ονομάσαμε, ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΗΛΑ ΤΩΝ ΕΣΠΕΡΙΔΩΝ, μαθαίνει κανείς ότι μπορεί να χαίρεται τα αγαθά της γης, με τις απολαύσεις της, μα να μη σταματάει εκεί η εξέλιξή του. Υπάρχουν πολλά ανώτερα πράγματα, που δίνουν νόημα στη ζωή κι αυτά πια τα αναζητάει η ψυχή του».
«Όπως το παγώνι;» ρώτησε θαρρετά το λευκό περιστέρι, που καθόταν κοντά στην κουκουβάγια.
«Ναι, καλό μου πουλί! Όπως το παγώνι! Ξέρει να χαίρεται την ομορφιά της γης. Κοίτα όμως πόσο όμορφες σκέψεις έκανε για το καλό κάποιου άλλου!», σχολίασε με θαυμασμό η κουκουβάγια.

