Θετικά μηνύματα για τη συνέχιση της διπλωματικής προσπάθειας μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας στέλνουν οι τελευταίες δηλώσεις των δύο ηγετών, καθώς τόσο η Μόσχα όσο και το Κίεβο εμφανίζονται πρόθυμοι να διατηρήσουν ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας, παρά τις βαθιές διαφωνίες που εξακολουθούν να υπάρχουν.
Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν δήλωσε ότι η Ρωσία είναι έτοιμη να εξετάσει συμβιβασμούς στο πλαίσιο μιας πιθανής ειρηνευτικής συμφωνίας, εφόσον αυτή διασφαλίζει τα συμφέροντα και την ασφάλεια της χώρας.
Παράλληλα, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να υπογράψει συμφωνία με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, εφόσον οι διαπραγματεύσεις καταλήξουν σε κοινά αποδεκτό αποτέλεσμα.
Από την πλευρά του, ο Ζελένσκι απηύθυνε έκκληση για απευθείας συνάντηση με τον Ρώσο πρόεδρο, υποστηρίζοντας ότι μόνο ένας διάλογος σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο μπορεί να δώσει ουσιαστική ώθηση στις προσπάθειες τερματισμού του πολέμου.
Ο Ουκρανός ηγέτης επανέλαβε ότι στόχος του Κιέβου παραμένει μια δίκαιη και βιώσιμη ειρήνη, βασισμένη στον σεβασμό της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας.
Η Μόσχα έλαβε γνώση της επιστολής Ζελένσκι
Στο μεταξύ, το Κρεμλίνο επιβεβαίωσε ότι έλαβε γνώση της ανοιχτής επιστολής που απέστειλε ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι προς τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο της ρωσικής προεδρίας, Ντμίτρι Πεσκόφ, η ρωσική πλευρά έχει εξετάσει το περιεχόμενο της επιστολής, ενώ ο Ρώσος πρόεδρος θα ενημερωθεί αναλυτικά σε μεταγενέστερο χρόνο.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται λίγες ώρες μετά τις δηλώσεις του Πούτιν στην Αγία Πετρούπολη, όπου ανέφερε ότι δεν αποκλείει την υπογραφή ειρηνευτικής συμφωνίας με τον Ζελένσκι, εφόσον προηγηθεί συμφωνία επί των βασικών όρων.
Ο Ρώσος πρόεδρος σημείωσε ότι, σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας, η Μόσχα θα ήταν διατεθειμένη να υπογράψει με τους νόμιμους εκπροσώπους της Ουκρανίας, ενδεχομένως ακόμη και με τον ίδιο τον Ζελένσκι.
Ωστόσο, η στάση της Μόσχας παραμένει σύνθετη, καθώς ο Πούτιν έχει επανειλημμένα αμφισβητήσει τη νομιμοποίηση του Ουκρανού προέδρου μετά τη λήξη της εκλεγμένης θητείας του. Το Κίεβο, από την άλλη πλευρά, υποστηρίζει ότι η ουκρανική νομοθεσία δεν επιτρέπει τη διεξαγωγή εκλογών όσο βρίσκεται σε ισχύ ο στρατιωτικός νόμος, ο οποίος επιβλήθηκε μετά τη ρωσική εισβολή το 2022.
Παρά τις διαφωνίες και τις αμοιβαίες επιφυλάξεις, οι τελευταίες τοποθετήσεις των δύο πλευρών θεωρούνται ένδειξη ότι εξακολουθεί να υπάρχει περιθώριο για πολιτική διαπραγμάτευση. Η ανταλλαγή μηνυμάτων και η συζήτηση για ενδεχόμενη συνάντηση κορυφής αναζωπυρώνουν τις προσδοκίες της διεθνούς κοινότητας για επανεκκίνηση των ειρηνευτικών προσπαθειών και αποκλιμάκωση της σύγκρουσης.
Ανάλυση: Το ρωσικό αφήγημα της «τηρούμενης συμφωνίας»
Η επίκληση του Λαβρόφ στις συμφωνίες του Άνκορατζ εντάσσεται σε μια ευρύτερη ρωσική στρατηγική επικοινωνίας. Η Μόσχα επιχειρεί να παρουσιάσει τον εαυτό της ως τον συνεπή και αξιόπιστο συνομιλητή που τηρεί τις δεσμεύσεις, μεταθέτοντας παράλληλα την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στη Δύση και την Ουκρανία. Υποστηρίζοντας ότι η Ουάσινγκτον δεν άσκησε πίεση στο Κίεβο για «συνθηκολόγηση» ή ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες υπονομεύουν τις συμφωνίες, ο Λαβρόφ προσπαθεί να ασκήσει πίεση στους δυτικούς εταίρους, κατηγορώντας τους ότι εμποδίζουν την ειρήνη για να επιτύχουν μια στρατηγική ήττα της Ρωσίας.
Ωστόσο, οι δηλώσεις Λαβρόφ συνοδεύονται συχνά από ενέργειες που δημιουργούν σοβαρές αντιδράσεις. Η ανακοίνωση ότι οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις ξεκινούν «συστηματικά και συνεπή πλήγματα» στο Κίεβο, συνοδευόμενη από σύσταση προς τις ΗΠΑ να εκκενώσουν το διπλωματικό τους προσωπικό, χαρακτηρίστηκε από τον Ουκρανό Υπουργό Εξωτερικών Αντρίι Σιμπίχα ως «φτύσιμο στο πρόσωπο της διπλωματίας» . Παρόμοια, ο Αμερικανός Υπουργός Ρούμπιο φέρεται να απέρριψε τις απειλές, τονίζοντας ότι το Κίεβο ήταν επικίνδυνο «για χρόνια» και ότι οι δυτικές διπλωματικές αποστολές δεν θα αποχωρούσαν, υπογραμμίζοντας την αποφασιστικότητά τους να συνεχίσουν να υποστηρίζουν την Ουκρανία παρά τις ρωσικές προειδοποιήσεις.

