Γράφει ο Παναγιώτης Κουμουνδούρος
Φωτογραφία στο εικονοστάσι
Κάποτε τρέχαμε στον κόσμο με ένα βλέμμα,
τώρα τον κοιτάζουμε σ’ ένα τετράγωνο χαρτί —
Θεέ μου, πώς χωρέσαμε σε τόσο λίγο παρελθόν;
Εδώ, το φως της λάμπας πέφτει ακόμα στο τραπέζι,
το ψωμί είναι φρέσκο,
κι εσύ να ‘χεις εκείνο το χαμόγελο
πριν μάθεις πως οι άνθρωποι φεύγουν πάντα νωρίτερα,
αφήνοντας τις υποσχέσεις τους ορφανές στο δρόμο.
Θεέ μου, τι θράσος που έχει η μνήμη.
Να επιμένει να μένει νέα,
την ώρα που οι δρόμοι έξω γέρασαν
κι η πόλη γέμισε ξένους και φορτηγά.
Κοιτάζω τα χέρια μας στο κάδρο.
Ήταν τότε που δεν φοβόμασταν τη νύχτα,
τότε που η φαντασία,
ήταν μια μικρή ανάσα ανάμεσα σε δύο φιλιά.
Τι έγιναν όλα εκείνα τα λόγια;
Ποιος κλείδωσε τις πόρτες και μείναμε απέξω;
Ποιος μας έκλεψε τα χρόνια που μας χρωστούσε η άνοιξη;
Η φωτογραφία δεν απαντάει.
Έχει την περηφάνια των ηττημένων.
Κρατάει εκείνο το απόγευμα σφιχτά στις γωνίες της,
όπως κρατάει ο μελλοθάνατος το τελευταίο του τσιγάρο,
σφιχτά ανάμεσα στα χείλη του, πριν το πυρ.
Ένα τυχαίο κλικ που φυλάκισε το τίποτα για να το κάμει αθάνατο.
Τότε που οι τσέπες μας ήταν άδειες, αλλά η καρδιά
ήταν ένα ορθάνοιχτο παράθυρο στην καταιγίδα.
Κρεμασμένο στον τοίχο, αυτό το κάδρο
είναι ένας μικρός, λυπημένος δικαστής.
Δεν μας τιμωρεί για τα λάθη μας,
μας τιμωρεί για την ευτυχία που είχαμε στα χέρια
και την αφήσαμε να πέσει στο πάτωμα,
σαν ένα φτηνό ποτήρι, χίλια κομμάτια.
Κι εγώ, στο σκοτεινό δωμάτιο,
ακουμπώ το δάχτυλο στο γυαλί,
εκεί που τελειώνει το δικό σου πρόσωπο
και αρχίζει η δική μου ενοχή.
Δεν φταίει ο χρόνος που περνάει, καλή μου.
Φταίει που εμείς μείναμε πίσω,
κοιτώντας μια στιγμή που αρνείται να πεθάνει,
μέσα σε μια ζωή που ξέχασε να ζήσει.
Ένα μικρό χαρτί. Λίγο ασπρόμαυρο φως.
Κι όλη η αιωνιότητα που μας προσπερνάει
σαν ένας άγνωστος που βιάζεται στο δρόμο.
Κλείνω τα μάτια.
Κι αν σπάσω το γυαλί, ξέρω πως δεν θα τρέξει αίμα.
Θα τρέξουν μόνο οι παλιές μας Κυριακές,
τα τόσα δάκρυα που σου χρωστάω
κι εκείνο το παιδί που κάποτε ήμουν
και που απόψε, κρυφά μες στο σκοτάδι,
γλιστράει μες στο κάδρο για να σου κρατήσει το χέρι,
τώρα που εγώ δεν έχω πια το θάρρος να υπάρχω.