Γράφει η Αγγελική Σαρικαβάζη
Η πρώτη μας συνομιλία δεν άρχισε με εχθρότητα. Άρχισε με μια απλή ανθρώπινη ανάγκη.
Ζήτησες βοήθεια και πίστεψα πως απέναντί μου βρισκόταν ένας άνθρωπος που αναζητούσε μια λύση. Όμως η στιγμή που κατάλαβες πως η φωνή που άκουγες ήταν γυναικεία, ήταν και η στιγμή που σταμάτησες να βλέπεις άνθρωπο.
Δεν μιλούσες σε μια ύπαρξη με σκέψη, αξιοπρέπεια και ψυχή. Μιλούσες σαν να είχες απέναντί σου μια γυναίκα που υπήρχε αποκλειστικά για να υπηρετεί τη δική σου επιθυμία. Σαν να μην είχε δικαίωμα να εκφράσει γνώμη, να εργαστεί, να δημιουργήσει ή να αντιταχθεί. Σαν η ύπαρξή της να περιοριζόταν αποκλειστικά στην ικανοποίηση των δικών σου αναγκών.
Κάθε σου λέξη πρόδιδε μια βαθιά ριζωμένη περιφρόνηση απέναντι στις γυναίκες. Όχι σε μία γυναίκα. Στις γυναίκες συνολικά. Εκτός από μία.
Την κόρη σου.
Εκείνη δεν ήταν γυναίκα στα μάτια σου. Ήταν ένα άγαλμα που είχες τοποθετήσει πάνω από όλους. Η πριγκίπισσά σου. Η μοναδική που δεν μπορούσε να σφάλλει. Η μοναδική που, ό,τι κι αν έκανε, έβρισκε πάντα μια δικαιολογία, μια εξήγηση, μια συγχώρεση.
Δεν είναι αυτό καταδίκη για εκείνη. Είναι καθρέφτης της δικής σου αδυναμίας να αντικρίσεις την αλήθεια.
Όταν οι πράξεις της πληγώνουν άλλους ανθρώπους, ακόμη και ανθρώπους με αναπηρία, δεν αναζητάς τη δικαιοσύνη. Αναζητάς τρόπο να αντιστρέψεις τους ρόλους. Να παρουσιαστούν οι πληγωμένοι ως απειλή και όσοι προκάλεσαν τον πόνο ως διωκόμενοι. Οι κατηγορίες γίνονται εργαλείο και η αλήθεια εμπόδιο που πρέπει να παραμεριστεί.
Δεν είναι η αλήθεια που σε ενδιαφέρει.
Είναι η εικόνα.
Η εικόνα ενός πατέρα που δεν κάνει ποτέ λάθος. Η εικόνα μιας κόρης που δεν φέρει ποτέ ευθύνη. Η εικόνα ενός κόσμου όπου οι υπόλοιποι υπάρχουν μόνο για να επιβεβαιώνουν όσα ήδη πιστεύεις.
Κι έτσι χτίζεις μια πραγματικότητα χωρίς καθρέφτες. Γιατί κάθε καθρέφτης που θα μπορούσε να σου δείξει τις αντιφάσεις σου πρέπει να σπάσει. Κάθε φωνή που διαφωνεί πρέπει να απαξιωθεί. Κάθε άνθρωπος που ζητά δικαιοσύνη πρέπει να παρουσιαστεί ως ο ένοχος.
Μα η αλήθεια έχει μια παράξενη ιδιότητα.
Δεν πεθαίνει επειδή τη διαστρεβλώνεις.
Δεν εξαφανίζεται επειδή τη σκεπάζεις με ψεύδη.
Δεν σωπαίνει επειδή υψώνεις τη φωνή σου.
Μένει εκεί, υπομονετική, περιμένοντας τη στιγμή που θα πέσουν οι μάσκες.
Και τότε δεν θα μείνει τίποτε άλλο παρά ένας άνθρωπος που πέρασε τη ζωή του λατρεύοντας το είδωλό του, αδυνατώντας να αναγνωρίσει την αξία των άλλων.
Αν κάποτε η κοινωνία αναζητούσε μια λέξη για να περιγράψει αυτή την αλαζονεία, αυτή την εμμονή με την αυτό εικόνα και αυτή την άρνηση της πραγματικότητας, δεν θα χρειαζόταν πολλές.
Θα αρκούσε μία.
Νάρκισσος!

